| 1. Ἱερά Μονὴ τοῦ Ἀββᾶ Γερασίµου τοῦ Ἰορδανίτου. |
Μία ἀπὸ τάς παλαιοτέρας Μονάς τῆς Παλαιστίνης εἶναι ἡ Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Γερασίμου τοῦ Ἰορδανίτου ἡ ὁποῖα ἐκτίσθη τὸ 455 ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν Ἅγιον Γεράσιμον. Ὁ Ἅγιος Γεράσιμος καταγόταν ἀπό τὰ Μύρα τῆς Λυκίας. Ὑπῆρξε σπουδαία μορφὴ τοῦ μοναχισμοῦ τῆς Παλαιστίνης συνδυάζοντας τὸν ἀναχωρητικὸν μὲ τὸν κοινοβιακὸν μοναχισμόν. Τὸ μοναστήρι εἶναι κτισμένον εἰς τὴν νότιοανατολικὴν κοιλάδα τῆς Ἱεριχοῦς. Πολὺ κοντὰ εἶναι τὸ ἀκριβὲς σημεῖον τοῦ ποταμοῦ Ἰορδάνου, ὅπου ἐβαπτίσθη ὁ Χριστός. Πλησίον εἰς τὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Γερασίμου βρίσκεται ἡ Νεκρὰ Θάλασσα εἰς τὸ μέρος ὅπου εὑρίσκοντο αἱ ἀρχαῖαι πόλεις Σόδομα καὶ Γόμορα. |
Τὸ μοναστήρι το ὁποῖον ὑψώνεται μεγαλόπρεπο βρίσκεται τετρακόσια περίπου μέτρα κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς Μεσογείου θαλάσσης. Εἰς τὴν βορείαν πλευρὰν τοῦ εἶναι κτισμένην τρίκλιτος Ἐκκλησία ἀφιερωμένη εἰς τὸν Ἅγιον Γεράσιμον, εἰς τὸν Ἅγιον Εὐθύμιον, εἰς τὸν Ἅγιον Ζωσιμὰ καὶ εἰς τὴν Ὁσίαν Μαρίαν τὴν Αἰγυπτίαν. Ὅλος ὁ ἐσωτερικὸς διάκοσμος εἶναι τοῦ 12ου αἰῶνος. Κάτω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, εἰς τὸν πρῶτον ὄροφον βρίσκεται μίαν ἄλλην μικροτέραν, ἀφιερωμένην εἰς τὴν φυγὴν εἰς τὴν Αἴγυπτον τῆς Ἁγίας οἰκογενείας, ἐξ αἰτίας τοῦ Ἡρώδη. Κατὰ τὴν παράδοσιν εἰς τὸν χῶρον ἐστάθη καὶ ἐφιλοξενήθη ἡ Παναγία μὲ τὸν Χριστὸν βρέφος καὶ τὸν Ἅγιον Ἰωσήφ, ὅπου ἔλαβε χώρα τὸ ἀκόλουθο γεγονός. Ἐδῶ εἶχε τὸ λημέρι του ἕνας ἀρχιληστής. Αὐτὸς διέταξε τοὺς ἄλλους ληστάς νὰ μὴν ἐνοχλήσουν αὐτὴν τὴν οἰκογένεια, διαφορετικὰ θὰ εἶχαν νὰ κάνουν μαζί του. Τὴν νύχτα ἡ Παναγία ἔλουσε τὸ Χριστό. Τὸ νερὸ το ὁποῖο ἔμεινε τὸ πῆρε ἡ γυναίκα τοῦ ληστοῦ καὶ ἔλουσε τὸ ἄρρωστο παιδί της. Ἀμέσως τὸ παιδὶ ἔγινε καλά. Λέγεται ὅτι αὐτὸ τὸ ἀγόρι ἦταν ὁ ληστὴς ὁ ὁποῖος ἐσταυρώθη εἰς τὰ δεξιά τοῦ Χριστοῦ καὶ πῆγε εἰς τὸν Παράδεισον. Ἡ περιοχὴ αὐτὴ λέγεται καὶ περιοχὴ τῆς πέρδικας. ( Deir Hajla). Πῆρε τὸ ὄνομά της ἀπὸ τὴν Παναγία. Ὅταν τὴν εἴδανε, νὰ περνᾶ ἔλεγαν ὅτι ἔμοιαζε μὲ πέρδικα. Μάλιστα κάποιος εἶπε χαρακτηριστικά. «Αὐτὴ ἡ γυναίκα εἶναι τόσο ὄμορφη! Ἂν ὑπάρχει μητέρα τοῦ Θεοῦ αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι .» |
Μὲ τὴν εἰσβολὴν τῶν Περσῶν τὸ 614, τὸ μοναστήρι κατεστράφη καὶ δὲν ἐξανακτίσθη παρὰ μόνο εἰς τάς ἀρχάς τοῦ 9ου αἰῶνος. Τὸ σημερινὸν μοναστήρι ἀνοικοδομήθη πάνω εἰς τὰ ἐρείπια ἑνὸς ἄλλου σπουδαίου μοναστηριοῦ, γνωστοῦ ὡς «Λαύρα τοῦ Καλαμῶνος », τὸ ὁποῖον ἱδρύθη ἀπὸ ἀναχωρητάς τῆς ἐρήμου, εἰς τοὺς χρόνους τῆς Ἁγίας Ἑλένης καὶ θεωρεῖται τὸ ἀρχαιότερον μοναστήρι τῆς Παλαιστίνης. Ἕνας ἀπὸ τοὺς πολλοὺς μοναχοὺς τῆς Λαύρας τοῦ Καλαμῶνος ἦταν καὶ ὁ Ἅγιος Σάββας πρὶν ἱδρύσει τὴν δικήν του Λαύρα. Ἡ Λαύρα ἐξακολουθοῦσε νὰ κατοικεῖται μέχρι τὸν 12ον αἰῶνα, ὅποτε καὶ ἐπεσκευάσθη ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Μανουὴλ Κομνηνόν. Πάνω εἰς τὰ ἐρείπια τοῦ μοναστηριοῦ ἐκτίσθη τὸν 19ον αἰῶνα τὸ σημερινὸν μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Γερασίμου. Ἡ μνήμη του τιμᾶται τὴν 4ην Μαρτίου καὶ πάντοτε πέφτει ἐντὸς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς τῆς περιόδου τοῦ πένθους καὶ τῆς κατανύξεως , τό ὁποῖον τόσο ἀγαποῦσε ὁ Ὅσιος κὰθ’ ὅλον του τὸν βίον. Πάντοτε εἰκονίζεται μὲ ἕναν λέοντα, ὁ ὁποῖος ἐφ’ ὅσον ἐθεραπεύθη ἀπὸ τὸν Ἅγιον ἔγινε πιστὸς καὶ ἀχώριστος ὑποτακτικός του, βοηθώντας εἰς τὰ ἔργα τῆς Μονῆς. Ἔτσι ὁ Θεὸς δοξάζει τοὺς δοξάζοντας αὐτὸν εἰς τὴν ζωήν τους. |
|
| 2. Ἱερά Μονὴ Ἀββᾶ Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου. |
Ἡ Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ἀββᾶ Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχη βρίσκεται Ἀνατολικὰ τῆς Βηθλεέμ, εἰς τὴν εἴσοδον τῆς ἐρήμου καὶ πάνω εἰς τὸν ἀρχαῖον κεντρικὸν δρόμον ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ ἀπὸ τὴν ἔρημόν τοῦ Ἰορδάνου εἰς τὴν Νεκρὰν Θάλασσαν. Τὸ σημερινὸν μοναστήρι εἶναι κτισμένον εἰς τὴ θέσιν τοῦ ἀρχαίου Κοινοβίου τό ὁποῖον ἱδρύθη ἀπό τόν Ἅγιο Θεοδόσιο, τὸν 5ον αἰῶνα. Μετὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Μονῆς ἀρχίζει ἡ δράσις τοῦ Ἀββᾶ Θεοδοσίου εἰς τὸν μοναχικὸν βίον, ἀπολαμβάνοντας κοινὴν τιμὴν καὶ εὐγνωμοσύνην μὲ αὐτὴν τοῦ Ἁγίου Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου καὶ τοῦ Μεγάλου Εὐθυμίου, ὄχι μόνο ἀπό τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τῶν Μονῶν τῆς Παλαιστίνης ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. |
Ἡ Σπηλιὰ, προσκύνημα, παρουσιάζει μεγάλο ἐνδιαφέρον διότι σύμφωνα μὲ τὴν παράδοσιν ἐκεῖ διανυκτέρευσαν οἱ Τρεῖς Μάγοι ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴν Βηθλεέμ. Ἡ Σπηλιὰ εἶναι φυσική, μὲ λίγα λαξευτὰ σημεῖα καὶ κατὰ τὴν μακραίωνην ἱστορίαν τῆς Μονῆς ἐχρησιμοποιήθη ὡς Ἐκκλησία ἀρχικὰ καὶ ἀργότερα ὡς κοιμητήριον. Μέσα εἰς μαρμαρίνους λάρνακας κατὰ μῆκος τῶν τοίχων τῆς σπηλιᾶς εἶναι ἐνταφιασμένοι ὁ ἱδρυτὴς τοῦ μοναστηριοῦ Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ἱεροσολύμων, ὁ διάδοχός τοῦ Ἁγίου καὶ ὁ μετέπειτα ὀνομαστὸς Πατριάρχης τῆς Ἱερουσαλὴμ ὁ Ἃγιος Κόπρης , ἡ Ἁγία Σοφία, μητέρα τοῦ Ἁγίου Σάββα, ἡ Ἁγία Θεοδότη, μητέρα τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων ἡ μητέρα τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, οἱ Ἅγιοι Ξενοφῶν καὶ Μαρία καὶ ἄλλες ἐξέχουσες μορφὲς τοῦ μοναχισμοῦ τῆς Παλαιστίνης. |
Εἰς τὸν χῶρον τῆς Ἱερᾶς μονῆς εἶχον ἀνεγερθεῖ Νοσοκομεῖα γηροκομεῖα, πτωχοκομεῖα, ὀρφανοτροφεῖα, « παντεία τεχνῶν ἐργαστήρια », καὶ πλῆθος ἄλλων κτισμάτων. Ὁ Μέγας Θεοδόσιος ὑπῆρξε ὁ θερμότερος συνήγορος καὶ ὀπαδὸς τοῦ ἀληθινοῦ καὶ ὑψηλοῦ μοναχικοῦ βίου, ὁ ὁποῖος συνδύαζε εἰς τὴν μοναχικὴν πολιτείαν τὴν παιδείαν καί τὴν μοναχικὴν ἄσκησιν τῆς φιλεργίας καὶ φιλοπονίας. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸν ὁ Μέγας Θεοδόσιος μιμεῖται τοὺς μεγάλους συμπολίτας του Καππαδόκες, Βασίλειον καὶ Γρηγόριον, οἱ ὁποῖοι συνδύασαν ἁρμονικότερα καὶ ἀπέδειξαν μὲ τὸ παράδειγμά τους ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ συνύπαρξις τοῦ θεωρητικοῦ καὶ πρακτικοῦ βίου εἰς τὴν μοναχικὴν ζωήν. |
Εἰς τὴν ἡγουμενίαν τὸν διεδέχθη ὁ Σωφρόνιος ὁ ὁποῖος συνέχισε ἐπαξίως τὸ ἔργον τοῦ Μεγάλου Θεοδοσίου. Σύγχρονος καὶ συμμοναστὴς τοῦ Σωφρονίου καὶ τοῦ Μοδέστου ὑπῆρξε ὁ Μόσχος, ὁ γνωστὸς συγγραφεύς τοῦ Λειμωναρίου, ὁ ὁποῖος ἀπεβίωσε ἀργότερα εἰς τὴν Ρώμην ἀλλὰ τὸ σκήνωμά του μετεφέρθη καὶ ἐνεπετέθη εἰς τὸ σπήλαιον τῶν Μάγων, ἐπειδὴ αὐτὸ ἐθεωρήθη γιὰ τὸν κηδευόμενον ὑψίστην τιμήν. Μὲ τὴν Περσικὴν εἰσβολὴν καὶ τὴν Ἀραβικὴν κατάκτησιν τὰ πράγματα ἄλλαξαν ριζικά. Τὸ μοναστήρι ἔπεσε εἰς δυσμένεια καὶ πάρα πολλοί μοναχοὶ ἐσφαγιάσθησαν. Κατὰ τὴν περίοδον τῶν Σταυροφόρων ἡ μονὴ φτάνει εἰς τὴν ἀκμὴν της ἀλλὰ ἐγκαταλείπεται ὁριστικὰ τὸν 15ον αἰῶνα. Τὸ 1881 ὁ σχολάρχης τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Φώτιος Ἀλεξανδρίδης, ἀγοράζει τὸ θεῖον ἄντρον τῶν Μάγων, καὶ ἀνακαινίζει τὸ ἐρειπωμένον κτίσμα . Τὸ 1896 ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Γεράσιμος Α’ θεμελιώνει τὴν νέαν μονήν. Τὸ 1990 ἀνακαινίζονται τὰ σπήλαια τῶν Μάγων, καὶ ἀγοράζεται ἡ γύρω περιοχὴ ἀπὸ τὸν μοναχὸν Λεόντιον. Ὁ συγγραφεύς τῆς ἱστορίας τῆς μονῆς, Ἀρχιδιάκονος π. Κλεόπας Κοικυλίδης, χαρακτηρίζει ὡς θαῦμα τὸν ἀριθμὸν τῶν 700 περίπου μοναχῶν κατὰ τοὺς ἀρχαίους χρόνους. Τὸ σημερινὸν κτίσμα εἶναι τρουλαίαν Βασιλικὴν καὶ βρίσκεται εἰς τὸ νότιον τμῆμα τοῦ σπηλαίου τῶν Μάγων. Ἑλληνικαί ἐπιγραφαί, μωσαϊκὰ δάπεδα, μαρμάρινα κιονόκρανα ἀποτελοῦν ἀναμφισβητήτους μαρτυρίας τῆς ἱστορικῆς συνέχειας τοῦ μοναστηριοῦ ἀνὰ τοὺς αἰῶνας, καθιστώντας την πνευματικὸν Φάρον τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Παλαιστίνης. Ὁ Ἅγιος Θεοδόσιος τόσο πολὺ εἶχε τρωθεῖ ἀπὸ τὴν θείαν ἀγάπην ὥστε ἐκπλήρωσε εἰς τὸ ἀκέραιον τὴν ὑψηλὴν καὶ θείαν ἐντολήν: «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου και ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». |
| B. ΤΖΑΦΕΡΗ, ΑΓΙΟΙ ΤΟΠΟΙ, ΑΘΗΝΑ 1997 |
|
| 3. Ἱερά Μονή Βαϊοφόρου Βηθφαγῆς. |
|
| 4. Ἱερά Μονή Θαβωρίου Ὄρους. |
|
| 5. Ἱερά Μονή Προφήτου Ἐλισσαίου Ἱεριχοῦντος. |
|
| 6. Ἱερά Μονή Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας. |
|
| 7. Ἱερά Μονή Ἁγίων Ἀποστόλων ἐν Καπερναούµ. |
|
| 8. Ἱερός Ναός Ἁγίου Γεωργίου ἐν Λύδδῃ. |
|
| 9. Ἱερά Μονή Ἁγίου Γεωργίου Πετζαλᾶ. |
|
10. Ἐν Μπετζάλλᾳ, Ἱ. Ναοί: Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, Ἁγίου Νικολάου καί Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ. |
|
| 11. Ἱερά Μονή Προφήτου Ἠλιοῦ. |
|
| 12. Ἐν Ραµάλλᾳ, Ἱερός Ναός Μεταµορφώσεως τοῦ Σωτῆρος. |
|
| 13. Ἐν Ρέµλῃ, Ἱερός Ναός Ἁγίου Γεωργίου. |
|
| 14. Ἐν Τιβεριάδι, Ἱερός Ναός τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων. |
|
| 15. Ἱερά Μονή Τιµίου Προδρόµου ἐν Ὀρεινῇ. |
|
| 16. Ἱερά Μονή Τιµίου Προδρόµου ἐν Ἰορδάνῃ. |
|
| 17. Ἱερά Μονή Φρέατος τοῦ Ἰακώβ ἐν Σαµαρείᾳ. |
|
| 18. Ἐν Κάρακ, Ἱερός Ναός Ἁγίου Γεωργίου |
|
| 19. Ἐν Χάιφα, Ἱερός Ναός Προφήτου Ἠλιοῦ. |
|
| 20. Ἱερά Μονή τῶν Ποιµένων ἐν Μπετσαχούρ. |
| Μετόχιον τῆς Ἱερᾶς Λαύρας τοῦ Ἁγίου Σάββα |
|
| 21. Ἐν Φχές καί Ἀλάλι,Ἱεροί Ναοί Ἁγίου Γεωργίου καί Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου. |
|
| 22. Πύργος Ἁγίου Σάββα. |
|
| 23. Ἀσκητήριον Ἁγίου Χαρίτωνος ἐν Ἄιν Φάρα. |
|
| 24. Ἱερά Μονή τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου |
Βρίσκεται ἀνατολικὰ τῆς Ἱεριχοῦς εἰς μικράν ἀπόστασιν ἀπὸ τὴν δυτικὴν ὄχθην τοῦ ποταμοῦ Ἰορδάνου. Σύμφωνα μὲ τάς πηγάς, ἀπὸ τὸ μέρος αὐτὸ διέβησαν οἱ φυλὲς τοῦ Ἰσραὴλ τὸν Ἰορδάνην ποταμὸν γιὰ νὰ καταλάβουν τὴν γῆν τῆς Ἐπαγγελίας. Κατὰ τὴν παράδοσην τῆς ἐποχῆς, τὸ μοναστήρι ἐκτίσθη κοντὰ εἰς τὸν τόπον τῆς βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ πάνω εἰς τὴν σπηλιὰν τοῦ Αγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Ὁ ἱστορικὸς Προκόπιος ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἰουστινιανὸς ὁ ὁποῖος οἰκοδόμησε τὴν μονὴν τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος εἰς τὴν ἔρημόν τοῦ Ἰορδάνου κατασκεύασε καὶ εἰς τὸ ἤδη ὑπάρχων μοναστήρι τοῦ προδρόμου κρήνην. Ὅλοι οἱ περιηγηταῖ μετὰ τὸν Προκόπιον περιγράφουν αὐτὸ ὡς «μέγαν καὶ ἰσχυρόν». Τὸν 6ον αἰῶνα ἦταν γνωστὸν διὰ τοὺς μεγάλους ξενῶνας του οἱ ὁποῖοι φιλοξενοῦσαν τοὺς προσκυνητάς καὶ τοὺς φωτιστάς, δηλαδὴ τοὺς μοναχοὺς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μοναδικόν τους ἔργον ἦταν νὰ βαπτίζουν τοὺς προσκυνητάς εἰς τὸν Ἰορδάνην ποταμόν. Τὸν 12ον αἰῶνα ὁ Ἰωάννης ὁ Φωκᾶς γράφει ὃτι κατεστράφη ἀπὸ σεισμὸν ἀλλὰ ἀνοικοδομήθη ἀπὸ τὸ Μανουὴλ τὸν Πορφυρογέννητον, καὶ κατοικεῖτο ἀπὸ μοναχοὺς μέχρι τάς ἀρχάς τοῦ 15ου αἰῶνος. Ἀλλὰ ἔκτοτε ἐξ αἰτίας τῶν ἐπιδρομῶν τῶν Ἀράβων ἀπομακρύνθησαν οἱ μοναχοί, κατέστη φωλιὰ ληστῶν, ὥστε ἀργότερα ἠναγκάσθη ἡ κυβέρνησις νὰ τὸ καταστρέψει. Εἰς τό μέρος τῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ τοῦ τοίχου βρίσκεται ἀρχαία εἰκών ἡ ὁποῖα φέρει τὴν ἑξῆς ἐπιγραφὴ « Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ εὐρήκαμεν δεῦτε τὸν ποθούμενον ». Τὸ σημερινὸν κτήριον τοῦ μοναστηριοῦ ἀνοικοδομήθη τὸν 19ον αἰῶνα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Πατριαρχεῖον. |
|
| 25. Ἱερά Μονή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ |
Ἡ ἵδρυσις τοῦ μοναστηριοῦ ἀνάγεται κατὰ τοὺς Βυζαντινοὺς χρόνους τῆς Παλαιστίνης. Εἰς τὸ Ἱερὸν βῆμα τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξε τὸ δέντρον τό ὁποῖον κατὰ τὴν χριστιανικὴν παράδοσην ἐφύτευσε ὁ Λὼτ καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἔγινε ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ. Εἰς τὴν κεντρικὴν Ἐκκλησίαν ἀνακαλύφθησαν πρὶν λίγα χρόνια τμήματα μωσαϊκοὺ δαπέδου τά ὁποῖα χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸ 1040 μ.χ. Τὸ 614 οἱ Πέρσες κατέστρεψαν τὴν Ἐκκλησίαν ἀλλὰ πολὺ σύντομα ἐπανεκτίσθη ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων. Τὸν 11ον αἰῶνα ὁ αἰγύπτιος μονάρχης Ἒλ –Χάκεμ προκάλεσε τεραστίους καταστροφάς εἰς τὰ μοναστήρια καὶ τάς Ἐκκλησίας τῆς Ἱερουσαλήμ. Αὐτὴ τὴν περίπτωσιν ἐπισκευάσθη ἀπὸ τὸν ἁγιορείτην Ἴβηρα μοναχὸν Πρόχορον ὁ ὁποῖος καὶ τὸ ἐπάνδρωσε μὲ μοναχούς. Εἰς τὰ χρόνια τῆς Κατοχῆς τῶν Μαμελούκων, εἶχε γίνει τὸ σπουδαιότερον καὶ τὸ πιὸ φημισμένον κέντρον τοῦ Ἰβηρικοῦ μοναχισμοῦ εἰς τὴν Ἁγίαν Γῆν. Οἱ μοναχοὶ ξεπερνοῦσαν τοὺς ἑκατό, πολλοὶ ἀπό αὐτοὺς ἦσαν λόγιοι, ἄνθρωποι τῶν τεχνῶν καὶ τῶν ἐπιστημῶν. Μαζί τους ἔζησε καὶ ὁ περίφημος ἐθνικὸς ποιητὴς τῆς Ἰβηρίας Σώτα Ρουσταβέλη. Εἰς τάς ἀρχάς τοῦ 18ου αἰῶνα τὸ μοναστήρι μὲ ὅλη του τὴν πνευματικὴν καὶ ὑλικὴν περιουσίαν του περιῆλθε εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Πατριαρχείου. Τὸ 1857 ὁ Πατριάρχης Κύριλλος ὀργάνωσε τὴν περίφημον Θεολογικὴν Σχολὴν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἱερουσαλὴμ ἡ ὀποῖα ἦτο εἰς λειτουργίαν μέχρι τὸ 1905. Σήμερα τὸ σπουδαῖον αὐτὸ μοναστήρι μὲ τοὺς ἀνεκτιμήτους πνευματικοὺς καὶ καλλιτεχνικοὺς θησαυροὺς χρησιμοποιεῖται ὡς ὁλοζώντανον Μουσεῖον τοῦ Ἑλληνορθοδόξου Πατριαρχείου τῶν Ἱεροσολύμων. |