|
|
 |
|
1. Ἱερά Λαύρα τοῦ Ὁσίου καί Θεοφόρου Πατρός ἡµῶν Σάββα τοῦ Ἡγιασµένου. |
|
| 2. α) Ἱερά Μονή Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Χοζεβίτου. |
Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Χοζεβὰ εἶναι μία ἀπὸ τάς ἀρχαιοτέρας Ἱεράς Μονάς τῆς Παλαιστίνης , σύγχρονος τῶν μεγάλων Μοναστικῶν Κέντρων τοῦ Ἁγίου Σάββα, καὶ τῆς Λαύρας τοῦ Ἁγίου Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου τόν 6ον αιῶνα. Ὁ δρόμος ὁ ὁποῖος ἑνώνει τὴν Ἱεριχῶ μὲ τὴν Ἱερουσαλήμ, εἰς τὴν ἔρημόν τῆς Ἰουδαίας εἶναι κτισμένη ἡ Ἱερὰ Μονὴ Χοζεβά. Πρόκειται διὰ τὸ μοναστήριον τῆς Παναγίας τοῦ Χοζεβᾶ, κτισμένο πάνω εἰς τὰ ἐρείπια τῆς Λαύρας τοῦ Χοζεβᾶ. Ὁ τόπος αὐτὸς θεωρεῖται ἀνέκαθεν ἱερὸς διατελώντας ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Θεοτόκου. Οἱ Θεοπάτορες Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα προσφέροντας θυσίαν εἰς τὸ Ναὸν τοῦ Σολομῶντος ἐκδιώχθησαν ὡς ἄτεκνοι. Καὶ ἡ μὲν Ἁγία Ἄννα ἐκλείσθη εἰς τὸ σπίτι της καὶ παρακαλοῦσε τὸν Θεὸν νὰ τῆς δώσει παιδὶ διὰ νὰ τὸ ἀφιερώσει εἰς τὸν Ναόν, καὶ ὁ Ἰωακεὶμ κατέφυγε εἰς τὴν ἔρημον, νήστεψε 40 ἡμέρας καὶ νύκτας εἰς τὸ σπήλαιον λέγοντας «Οὐ καταβήσομαι οὔτε ἐπὶ ποτόν, ἕως ὅτου ἐπισκεψετὲ με Κύριος ὁ Θεός μου καὶ ἔσται μου ἡ εὐχὴ βρῶμα καὶ πόμα ». Προσευχόμενος τοῦ ἐφανερώθη Ἄγγελος Κυρίου ἀναγγέλλοντας τὴν γέννησιν τῆς Θεοτόκου. Πρόκειται διὰ τὸ σπήλαιον ὅπου ὁ Προφήτης Ἠλίας κατέφυγε κὰτ’ ἐντολὴν Θεοῦ, προκειμένου νὰ γλυτώσει ἀπὸ τὴν ὀργὴ τῆς Ἰεζάβελ , γυναίκας τοῦ Ἀχαὰβ βασιλέως τοῦ Ἰσραήλ. Ἓνα πολύπλοκο οἰκοδόμημα ἀποτελούμενον ἀπὸ τρεῖς ὀρόφους τό ὁποῖον περιέχει κεντρικὴν Ἐκκλησίαν, παρεκκλήσια, τὴν σπηλιὰν τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ, ἀσκηταριά, κελλιά, ξενῶνες βοηθητικοὺς χώρους, αὐλάς, ὑπόγεια κ.α. Ἡ κεντρικὴ Ἐκκλησία, ἀφιερωμένη εἰς τὴν γέννησιν τῆς Θεοτόκου, «Παναγιὰ τὴ Χουζεβίτισσα » εἶναι μονόκλιτη βασιλικὴ μὲ τροῦλο. Εἰς τό βόρειον τμῆμα τοῦ δαπέδου ὑπάρχουν μωσαϊκὰ καὶ ὁ διάκοσμός του ἔχει τὸν βυζαντινὸν δικέφαλον ἀετόν. Τὸ δάπεδο αὐτὸ χρονολογεῖται τὸν 12ον αἰῶναν. |
Εἰς τὰ τέλη τοῦ 6ου αἰῶνα τὸ μοναστήρι ἀκμάζει ἐπὶ τῆς ἡγουμενίας τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Χοζεβίτου. Τὴν ἴδια χρονικὴν περίοδον τὸ μοναστήρι ἀριθμοῦσε πάνω ἀπὸ 2.000 μοναχούς. Ἐκεῖ εἰς τὸ ἀρχαῖον παρεκκλήσιον τοῦ 6ου αἰῶνα εἶναι τοποθετημένος καὶ ὁ Τάφος τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Χοζεβίτη. Είς τὸν τρίτον ὄροφον τοῦ μοναστηριοῦ εἶναι ἡ Σπηλιά-Ἐκκλησία τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοσιν ἐκεῖ ἐκρύφθη ὁ Προφήτης Ἠλίας τρεφόμενος ὑπό τοῦ κόρακος. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοσιν ἀναφέρεται ὅτι τὸ μοναστήριον ἀνοικοδομήθη εἰς τὴν περιοχὴν ἡ ὁποία ἦταν ἰδιοκτησία τῶν γονέων τῆς Παναγίας, Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννας. Εἰς τοὺς τοίχους καὶ τὴν ὀροφὴν εἶναι ζωγραφισμένα κάποια χριστιανικὰ σύμβολα καὶ ἑκατοντάδες ἐπιγραφαί οἱ ὁποῖες ἀναφέρουν τὰ ὀνόματα καὶ τήν πατρίδαν τῶν ἐνταφιασμένων πατέρων. Τὸ σημερινὸν οἰκοδόμημα χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ 1878 πάνω εἰς τὰ ἐρείπια τῆς παλαιᾶς Λαύρας τοῦ Χουζεβᾶ. Τὸ ἀρχαῖον παρεκκλήσιον εἶναι ἀφιερωμένον εἰς τοὺς πέντε Σύρους μοναχοὺς, τοὺς πρώτους ἱδρυτὲς τῆς μονῆς. Τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Χουζεβίτου πιθανότατα νὰ κατέχει σήμερα τὴν θέσιν τῆς πρώτης αὐτῆς ἐκκλησίας. Εἰς τὰ μέσα τοῦ 6ου καί εἰς τάς ἀρχάς τοῦ 7ου αἰῶνα τὸ μοναστήρι ἢκμασε, ἐπὶ τῆς ἡγουμενίας τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Χουζεβίτου. Ἡ περσικὴ εἰσβολὴ ἐπέφερε φοβεράς καταστροφάς εἰς τὸ μοναστήρι καὶ οἱ περισσότεροι μοναχοὶ ἐσφαγιάσθησαν καὶ διεσκορπίσθησαν εἰς τὴν γύρω περιοχήν. Τὸ μοναστήρι μετὰ ἀπὸ ἀλλεπαλλήλους καταστροφάς ἐπέζησε μὲ λίγους μοναχοὺς μέχρι τὸν 12ον αἰῶνα ὅπου ἐπεσκευάσθη ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Μανουὴλ τὸν Κομνηνό. Τὸν 13ον αἰῶνα ἐγκατελείφθη ὁριστικῶς μέχρι τὴν ἀνακαίνισίν του τὸ 1878 ἀπὸ τὸν Ἕλληνα μοναχὸν Καλλίνικον. |
|
| β) Ἡ Ἱερὰ Μονὴ «Παναγίας τῆς Χοζοβιώτισσας»Ἀμοργοῦ |
Ἡ Ἱερὰ Μονὴ τῆς Παναγίας τῆς Χοζοβιώτισσας βρίσκεται νοτιοδυτικὰ τῆς Πάτμου εἰς τὴν νῆσον Ἀμοργὸν εἰς τὸ Αἰγαῖον πέλαγος. Εἶναι τὸ ἀνατολικότερον νησὶ τῶν Κυκλάδων. ἐκτίσθη εἰς τάς ἀρχάς τοῦ 19ου αἰῶνα ἐπὶ αὐτοκράτορος τοῦ Βυζαντίου Μιχαὴλ τοῦ Ραγκαβέ. Ἡ εἰκών τῆς Παναγίας ἡ ὁποία βρίσκεται εἰς τὴν Μονὴν ἔφτασε κατὰ θαυμαστὸν τρόπον εἰς τὸν βράχον τῆς Ἀμοργοῦ ἀφοῦ κάποιοι τὴν ἔριξαν εἰς τὴν θάλασσαν. Μὲ ἀφορμὴν τὴν ἄφιξιν τῆς εἰκόνος ἱδρύθη μονὴν ἀπὸ τὸν εὐσεβῆν αὐτοκράτοραν Ἀλέξιον τὸν Α’ τὸν Κομνηνὸν τὸ 1088 μ.χ εἰς τὸν ὁποῖον ἐδόθη καὶ ὁ τίτλος τοῦ κτήτορος. |
Σύμφωνα μὲ ἄλλην παράδοσιν ἡ ἱερὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας μετεφέρθη εἰς τὴν Ἀμοργὸν ἀπὸ μεταναστεύσαντες μοναχούς τῆς Μονῆς Χοζεβᾶ τῆς Παλαιστίνης , οἱ ὁποῖοι τὴν ἐγκατέλειψαν ἐξ αἱτίας τῶν συνεχῶν διωγμῶν ἀπὸ τοὺς εἰκονομάχους: Ἔτσι ἐδόθη εἰς τὴν Ἁγίαν Εἰκόνα τὸ ὄνομα Χοζοβιώτισσα. Τὸ τοπωνύμιον αὐτὸ ἀποτελεῖ παραφθορὰν τοῦ ὀρθοῦ «Χοζεβιώτισσα» καὶ ἐπικρατεῖ ἀπὸ τὸ 1432 μ.χ. ἄξιον λόγου εἶναι τὸ ἐπὶ τῆς Ἱερᾶς εἰκόνος ἀναφερόμενον τοπωνύμιον, πάνω εἰς τὸ ἀσημένιον κάλυμμα τό ὁποῖον ἀνάγεται εἰς τὸν 17ον αἰῶναν. Εἶναι Χοζιβίτισσa MP (Μήτηρ) ΘΥ (Θεοῦ). Εἶναι πολὺ ἐνδιαφέρουσα ἡ παράδοσις ὅτι οἱ μοναχοὶ ἐνῶ περνοῦσαν ἀπὸ τὴν Κύπρον ἔπεσαν εἰς τὰ χέρια τῶν ληστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ τοὺς ἀπέσπασαν τὴν Ἱερὰν εἰκόνα τὴν ἔσχισαν εἰς δυὸ μέρη καὶ τὴν ἔριξαν εἰς τὴν θάλασσαν. Οἱ μοναχοὶ μάζεψαν τὰ κομμάτια καὶ προσπάθησαν νὰ τὰ συγκολλήσουν ὅποτε βλέπουν νὰ ἑνώνονται κατὰ θείαν δύναμην καὶ νὰ ἀποκαθίσταται ἡ εἰκών χωρὶς κανένα σημάδι. Συνεχίζοντας τὴν πορείαν τους ἔφτασαν εἰς τὴν Ἀμοργὸν ὅπου τοὺς ἔκανε ἐντύπωσιν ἡ ὁμοιότητα τοῦ τοπίου μὲ τὴν ἀντίστοιχην περιοχὴν τῆς Παλαιστίνης καὶ ἔκτισαν ἐκεῖ Ἱερὰν Μονὴν εἰς τὸ σημεῖον τό ὁποῖον βρίσκεται μέχρι σήμερα. |
Ἡ Μονὴ ὅπως εἶναι σήμερα ἀποτελεῖται ἀπὸ δωμάτια (κελλιά) τῶν μοναχῶν, ἀποθῆκες, βοηθητικοὺς χώρους κ.λ.π. |
Ἡ Ἁγία εἰκών τῆς Παναγίας τῆς Χοζοβιώτισσας βρίσκεται τοποθετημένη εἰς εἰδικῶς κατασκευασμένον προσκυνητάρι εἰς τὸ δεξιὸν μέρος τοῦ Ναοῦ κοντὰ εἰς τὸ εἰκονοστάσιον. Ἐπίσης εἰς τὴν Μονὴν φυλάσσονται εἰς εἰδικὲς λειψανοθῆκες λείψανα τῶν Ἁγίων Μηνᾶ, Ἀρτεμίου, Εὐστρατίου, Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου, Μεγάλου Βασιλείου, Γεωργίου, Χαραλάμπους καὶ Παντελεήμονος. Ἡ Ἐκκλησία ἡ ὁποία βρίσκεται εἰς τὸ ψηλότερον σημεῖον μέσα εἰς κύλωμα βράχου, τιμᾶται ἐπ’ ὀνόματι τῶν εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου ,τήν 21ην Νοεμβρίου. |
|
3. Ἱερά Μονή Σαρανταρίου Ὄρους. |
|
| 4. Ἱερά Μονή Μάρθας καί Μαρίας ἐν Βηθανίᾳ. |
|
| 5. Ἱερά Μονή τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων |
Τὸ ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων Μοναστήρι τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων σχεδὸν βρέχεται ἀπὸ τὰ κύματα τῆς Μεσογείου καὶ εἶναι κτισμένο εἰς τοὺς πρόποδας τοῦ γηλόφου τῆς Ἀνδρομέδος. Τὸ Μοναστήρι, λόγῳ τῆς θέσεως του εἰς τὸ κύριον λιμάνι τῆς Παλαιστίνης, εἰς τὴν πόλιν τῆς Ἰόππης, παρεῖχε τὴν δυνατότητα φιλοξενίας εἰς ὅλους τούς εὐσεβεῖς προσκυνητάς οἱ ὁποῖοι κατέφθαναν κατὰ χιλιάδας κάθε χρόνο προερχόμενοι ἀπό ὅλας τάς Ὀρθοδόξους χῶρας, τὴν Ἑλλάδαν, τὴν Κύπρον, τὴν Σερβίαν, τὴν Βουλγαρίαν, τὴν Ρουμανὶαν καὶ πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὴν Ρωσσίαν. Μπροστὰ εἰς αὐτὸ τὸ διαχρονικὸν γεγονὸς τὸ Μοναστήρι τῶν Ἀρχαγγέλων, διὰ νὰ ἀνταποκριθεῖ εἰς τὴν ἀποστολὴν τῆς φιλοξενίας καὶ διευκολύνσεως τῶν προσκυνητῶν , ἐπιδιορθώθη καὶ ἐκαλλωπίσθη ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Κύριλλο τὸ Β΄ τὸ 1852. |
Ὅλοι οἱ προσκυνηταί, ὑποχρεωτικὰ φθάνοντας εἰς τὸ λιμάνι, παρέμεναν εἰς τὸ Μοναστήρι αὐτό, ἀφοῦ πρῶτα παρουσιάζονταν εἰς τὸν ἡγούμενον τῆς Μονῆς, ὁ ὁποῖος θεωρεῖτο ὁ πρῶτος ἡγούμενος τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων, λόγῳ τοῦ μεγάλου ποιμνίου ὅπου εἶχε ἡ Ἰόππη , ἀλλὰ καὶ τῆς μεγάλης ἀποστολῆς νὰ ἀποδέχεται αὐτὸς πρῶτος τούς ἀνὰ τὸν κόσμον εὐγενεῖς προσκυνητάς ἡ ὁποῖοι κατέφθαναν μὲ εὐλάβειαν καὶ πίστιν νὰ προσκυνήσουν τὰ θεοβάδιστα μέρη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀφοῦ ἀναπαύονταν εἰς τὸ Μοναστήρι, μετὰ ἀπὸ ἕνα κοπιῶδες θαλασσινὸ ταξίδι, τότε σχηματίζοντας ὁμάδες προσκυνητῶν ἀναχωροῦσαν ὅλοι μαζὶ μὲ τὴν συνοδείαν καβάσηδων, διὰ νὰ ἐπιτελέσουν τὴν Ἱερὰν ἀποδημίαν πεζοί γιὰ ἕνα ὁλόκληρο ἑξάμηνο. Καὶ ἀφοῦ ὁλοκλήρωναν τὴν ἱερὰν ἀποδημίαν, γύριζαν καὶ πάλι εἰς τὸ Μοναστήρι, γιὰ νὰ πάρουν τὸν δρόμον τῆς ἐπιστροφῆς μὲ τὸ πρῶτο καράβι τό ὁποῖον ἔβρισκαν εἰς τὸ λιμάνι τῆς Γιάφφας, μπροστὰ εἰς τὴν Μονήν, ἐπιστρέφοντας εἰς τὴν πατρίδαν τους καθηγιασμένοι ἀπὸ τὰ σεβάσματα τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τὴν Παλαιστίνην, τὸν Τάφον τοῦ Χριστοῦ, τὸν φρικτὸν Γολγοθάν, τὸ Σπήλαιον τῆς Γεννήσεως, κ.α. |
Ἐκτὸς τοῦ σκοποῦ τῆς φιλοξενίας τήν ὁποίαν εἶχε ἀναλάβει τὸ Μοναστήρι πρὸς τοὺς Ὀρθοδόξους ἀνὰ τὴν Οἰκουμένην, ἐπιτελοῦσε παράλληλα καὶ ἕναν ἄλλον σπουδαῖον ρόλον. Ἦταν τὸ πνευματικὸν κέντρον τῆς πολυάριθμης ὀρθοδόξου κοινότητας τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τό ὁποῖον ἀριθμοῦσε γύρω εἰς τοὺς 35.000 ὀρθοδόξους χριστιανούς. Ξαφνικὰ ὅμως μὲ τὴν ἵδρυσιν τοῦ Ἰσραὴλ (1948) ἔπεσε ἐν μέρει εἰς ἀδράνειαν. Ἡ μεγάλη πλειοψηφία αὐτοῦ τοῦ ὀρθοδόξου ποιμνίου λόγῳ τῶν γεγονότων τῶν πολέμων οἱ ὁποῖοι ἀκολούθησαν, ἠναγκάσθη νὰ ἀποδημήσει, τὸ δὲ λιμάνι τῆς Γιάφφας, μετὰ ἀπὸ τρισχιλιετῆ λειτουργία, περιῆλθε εἰς ἀχρηστίαν καὶ ἔκλεισε, ἀφοῦ ἄνοιξε ἕνα ἄλλο νέον καὶ σημαντικόν, τὸ λιμάνι τῆς Χάϊφας καὶ τὸ διεθνὲς ἀεροδρόμιον τοῦ Τὲλ Ἀβιβ. Ἐπὶ πλέον, ὁ περίλαμπρος ναὸς τῆς Μονῆς τῶν Ἀρχαγγέλων ὁ ὁποῖος ἦταν, ὅπως μαρτυρεῖται, ἀπαραμίλλου κάλλους, τάς παραμονάς τῶν Χριστουγέννων τοῦ 1961, γιὰ ἀγνώστους λόγους, πῆρε φωτιὰ καὶ κατεστράφη ὁλοσχερῶς. Ὕστερα καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ καθοριστικὸν γεγονὸς σιγά-σιγὰ ἡ Μονὴ ἐρημώθη καὶ ἔφτασε κτιριακὰ εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, δίνοντας ἐξωτερικὰ τὴν εἰκόνα ἑνὸς ἐρειπωμένου κτιριακοῦ συγκροτήματος. Παρέμεινε ὡστόσο εἰς αὐτὴν μόνον ὁ ἡγούμενος ὁ ὁποῖος ἐκτελοῦσε καὶ καθήκοντα ἐφημερίου εἰς τὸν ὀρθόδοξον κοινοτικὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Ἰόππης. Τὸ Μοναστήρι εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴ παρέμεινε μέχρι τὸ 1994, ὅποτε ξεκινᾶ νέαν προσπάθειαν ἀνακαίνισεώς του ἀπὸ τὸν σημερινὸν ἡγούμενον τῆς Μονῆς Ἀρχιμαδρίτην Δαμασκηνόν, πιστὸν τηρητήν τῆς παραδόσεως τῶν Ἁγιοταφιτῶν Πατέρων οι ὁποῖοι οἰκοδομοῦν οἱ ἴδιοι πολλὲς φορὲς μὲ τὸν ἱδρώτα τους καὶ μὲ τὸν κόπον τους τὰ πανάγια Προσκυνήματα. Ὁ Θεὸς οἰκονόμησε ἔτσι τὰ πράγματα ὥστε ὁ πατήρ Δαμασκηνὸς μπόρεσε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸ τῶν 500.000 δολλαρίων, τό ὁποῖον προέρχονταν ἀπὸ κληρονομιὰ τῆς θετῆς του μητέρας, κας Ματίνας Δαρίβα, καταγομένης ἀπὸ τὴν Κηφισιὰν Ἀττικῆς. Ἀρκεῖ μόνο νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι ὁ ναὸς τῶν Ἀρχαγγέλων ἐκτίσθη εἰς χρονικόν διάστημα ἓξι μηνῶν. Βέβαια μετὰ τὴν ἀνακαίνισιν τῆς ἐκκλησίας, αἱ ἀνακαινιστικαί ἐργασίαι ἐστράφησαν πρὸς τοὺς ὑπόλοιπους χώρους τῆς Μονῆς (κελλιᾶ, συνοδικόν, ἀρχονταρίκι, δικαστικὴν αἴθουσαν τῆς ὀρθοδόξου κοινότητας, ἐξωραϊσμός, κ.λ.π. |
|
| 6. Ἀνασκαφαί στὰ ἐρείπια τῆς Μονῆς τοῦ Μεγάλου Εὐθυμίου |
Ἀνατολικά της Ἱερουσαλὴμ εἰς τὴν ἔρημον βρίσκονται τὰ ἐρείπια τῆς Μονῆς τοῦ Μεγάλου Εὐθυμίου περίπου 17 χιλιόμετρα νοτίως τῆς ὁδοῦ Ἱεροσολύμων –Ἱεριχοῦς. |
Ὁ Ἅγιος Εὐθύμιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Μελιτήνιν τῆς Μικρᾶς Ἀρμενίας, ἐγεννήθη τὸ 377 μ.X καὶ τὸ 406 εἰς ἡλικίαν 29 ἐτῶν ἦλθε εἰς τοὺς Ἁγίους Τόπους ὅπου παρέμεινε εἰς σπήλαιον τῆς πόλεως Φαρᾶν διὰ πέντε χρόνια. Τὸ 411 ἀναζητώντας μεγαλύτερην ἡσυχίαν κατέφυγε μὲ τὸν συνασκητὴν του Θεόκτιστον εἰς μίαν ἄλλην ἐρημικὴν τοποθεσίαν, εἰς τὰ σπήλαια τοῦ χειμάρρου wadi Mukellik.Ἡ φήμη τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου ξαπλώνεται καὶ πολλοὶ μοναχοί, κάτοικοι τῶν γύρω χωριῶν καὶ σκηνίτα Ἄραβες ἔρχονται νὰ τὸν συναντήσουν. Ὁ Ἃγιος νουθετεῖ καὶ θεραπεύει τοὺς ἀσθενεῖς των. Μεταξὺ τῶν θεραπευθέντων εἶναι καὶ ὁ Ἅγιος τοῦ Σαρακηνοῦ φυλάρχου Ἀσπέβετου, ὁ ὁποῖος ἔπασχε ἀπὸ παράλυση. Ὁ Ἀσπέβετος καὶ ὁλόκληρη ἡ φυλή του, μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἐβαπτίσθησαν καὶ ἔγιναν Χριστιανοί. Ὁ Ἀσπέβετος μὲ τὴν προτροπὴν τοῦ Ἁγίου ἐχειροτονήθη ἀπὸ τὸν Πατριάρχην Ἱεροσολύμων ἐπίσκοπος, γνωστὸς ὡς Πέτρος ἐπίσκοπος Παρεμβολῶν καὶ ἦταν ὁ πρῶτος Ἄραβας ἐπίσκοπος ὁ ὁποῖος ἀντιπροσώπευε τοὺς Ἄραβες σκηνίτες τῆς περιοχῆς εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Σύνοδον τῆς Ἐφέσου τὸ 431 μ.χ. Κινούμενος ἀπὸ εὐγνομωσύνη ὁ Ἀσπέβετος-Πέτρος κτίζει εἰς τὴν περιοχὴν Khan el Ahmar τάς βασικοτέρας οἰκοδομάς τῆς Λαύρας τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου, ἡ ὁποία ἔφθασε εἰς μεγάλην ἀκμὴν μὲ τὴν σύνοδον τῆς Χαλκηδόνος τὸ 451 μ.χ, ὅποτε μὲ τὴν φωτεινὴν παρουσίαν τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου γίνεται τὸ κάστρον τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τὴν Παλαιστίνην . |
Ὁ Ἅγιος Εὐθύμιος ἀπεβίωσε τὸ 473 μ.χ εἰς ἡλικίαν 97 ἐτῶν, ἀφοῦ ἔδωσε ἐντολὴν νὰ μετατραπεῖ ἡ Λαύρα αὐτὴ εἰς Κοινόβιον. Εἰς διάστημα ἑπτὰ ἐτῶν ἀπὸ τὸν θανατόν του, τὸν χῶρον τῆς Λαύρας κατέλαβε ἕνα σύχγρονον κοινόβιον περιτειχισμένον τὸ ὁποῖον περιελάμβανε μία εὐρύχωρην Ἐκκλησίαν, κοιμητήριον, κοινὴν τράπεζαν, μαγειρεῖον, πολλὰ κελλιά, σταύλους, ἕναν πύργον, μεγάλας δεξαμενάς νεροῦ καὶ ἄλλους βοηθητικοὺς χώρους. Οἱ ἐργασίαι αὐταί ἔγιναν μὲ ἐντολὴν τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων καὶ ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ διακόνου Ἱεροσολύμων Φειδίου. Τὸ Μοναστήρι εἰς τὸ μακραίωνα βίον του, ὀκτὼ περίπου αἰώνων, κατεστράφη πολλὲς φορὲς ἀπὸ βαρβαρικάς ἐπιδρομάς καὶ ἀπὸ σεισμούς. Τὸ 616 ἀπὸ τοὺς Πέρσες, τὸ 637 ἀπὸ τοὺς Ἄραβες, τὸ 659 καὶ 747 ἀπὸ σεισμούς, τὸ 1009 ἀπὸ τὸν Χαλίφη Χακὶμ καὶ τέλος τὸ 1260-70 ἀπὸ τὸν Κιρκάσιον Μαμελοῦκον Σουλτάνον Baibars al Malek az-Zahir. Κατά τοὺς αἰῶνας οἱ ὁποῖοι ἀκολούθησαν, τὸ μοναστήρι κατοικεῖται πότε ἀπὸ μοναχοὺς καὶ πότε ἀπὸ ἀραβικὲς φυλές, οἱ ὁποῖοι κατὰ καιροὺς ἐξουσιάζουν τὴν περιοχήν. |
Ἡ ταύτισις τῆς τοποθεσίας Khan el Ahmar μὲ τὴν Μονὴν συμπίπτει μὲ τὴν περιγραφὴν τήν ὁποῖαν δίνει ὁ βιογράφος τοῦ Ἁγίου, Κύριλλος ὁ Σκυθοπολίτης, καὶ μὲ τάς ἀρχαιολογικάς ἀνασκαφάς, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν εἰς τὴν περιοχήν. Ἀνασκαφαί εἰς τὰ ἐρείπια τῆς μονῆς ἔγιναν τὰ ἔτη 1928-1930 ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Derwas J.Chitty ἐκ μέρους τῆς Βρεττανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Σχολῆς Ἱεροσολύμων. Τότε ἐκαθαρίσθη μέρος τοῦ κυρὶως ναοῦ καὶ του κοιμητηρίου. Κατὰ τὰ ἔτη 1976-79 ἔγιναν νέαι ἀνασκαφαί ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Δρ. Γιάννη Μεϊμάρη ἐκ μέρους τοῦ τμήματος Ἀρχαιοτήτων τοῦ Ἰσραήλ, ὅποτε ἀνεσκάφησαν καὶ ἐμελετήθησαν πέραν τῶν προαναφερθέντων χώρων τῆς κεντρικῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Κοιμητηρίου ἓξι ἐπιπλέον τάφοι ἐντὸς τοῦ κεντρικοῦ θαλάμου, ἕνας δεύτερος νεκρικὸς θάλαμος, δυτικά τοῦ κεντρικοῦ, ἕνας μικρότερος καμαροειδὴς θάλαμος βορείως τῆς προθέσεως τῆς κεντρικῆς Ἐκκλησίας, μία μεταγεστέρας περιόδου Τράπεζα τῆς μονῆς καὶ οἱ χῶροι ἐντὸς τοῦ βορείου τείχους κοντὰ εἰς τὴν σημερινὴν κεντρικὴν εἴσοδον τῆς μονῆς. |
Ἐκαθαρίσθησαν ἐπιφανειακὰ ἕνας μικρὸς πύργος δυτικὰ τῆς κεντρικῆς Ἐκκλησίας, ἐπάνω εἰς τὴν γραμμὴν τοῦ δυτικοῦ τείχους, αἱ αὐλαί βορείως καὶ νοτίως τοῦ Κοιμητηρίου καὶ ἕνας χῶρος εἰς τὴν νοτιοανατολικήν πλευράν, ἔξω ἀπὸ τὴν κεντρικὴν Ἐκκλησίαν. Ἐπιπλέον ἐνισχύθησαν ἀρκετοὶ τοῖχοι βασικῶν κτισμάτων καὶ ἐσυντηρήθησαν, ἀφοῦ πρῶτα ἀπεκαλύφθησαν τὰ ψηφιδωτὰ δάπεδα καὶ τὸ μαρμαροθέτημα τῆς κεντρικῆς Ἐκκλησίας, τὰ ὁποία τελικὰ ἐσκεπάσθησαν μὲ ἄμμον διὰ νὰ προστατευθοῦν. Εὑρέθησαν ἀρκετὰ ἀρχιτεκτονικὰ μέλη, κομμάτια ἀπὸ τοιχογραφίας διαφόρων ἐποχῶν, γύψιναι ὑποδοχαί ὑαλοπινάκων, ἕνας ἀκέραιος ὑαλοπίνακας καί ἀρκετὰ ὑάλινα θραύσματα. Ἐπίσης βρέθησαν ὄστρακα ἀπὸ μαγειρικὰ σκεύη, λυχνάρια κ.λ.π. |
Ἀπὸ τάς ἀνασκαφάς τῶν ἐτῶν 1928-1930 καὶ 1976-79 πιστεύουμε, ὅτι ἀπὸ τὰ οἰκοδομήματα τῆς λαύρας ἔχουν ἐντοπισθεῖ: ὁ χῶρος εἰς τόν ὁποῖον βρισκόταν τὸ κελλὶ τοῦ Ἁγίου, τὸ δάπεδον τοῦ ἀρχικοῦ εὐκτηρίου οἴκου , μία δεξαμενὴν καὶ μία ἀποθήκην σίτου, ἀνατολικά τοῦ χώρου τῶν ἀνασκαφῶν, ἴσως δὲ καὶ ὁ πρῶτος τάφος τοῦ Ἁγίου. Ἀπὸ τὰ οἰκοδομήματα τοῦ Κοινοβίου, τά ὁποῖα ἐκτίσθησαν ἐπάνω ἀπὸ τοὺς χώρους τῆς Λαύρας ἔχουν ἐντοπισθεῖ: τό Koιμητήριον , οἱ βασικοὶ τοῖχοι τῆς Ἐκκλησίας, δυὸ καμαρωτοὶ τάφοι, κάτω ἀπὸ τὴν πρόθεσιν καὶ βορείως τῆς προθέσεως, ὁ πύργος τῆς Μονῆς, τὸ θυρωρεῖον, ἀρκετὰ δωμάτια, καὶ τὸ κάτω μέρος τοῦ ἐξωτερικοῦ τείχους σὲ ὅλας σχεδὸν τάς πλευράς του. Ἀπὸ μεταγενεστέρους περιόδους ἔχουν βρεθεῖ : λείψανα παρεκκλησίου ἐπάνω ἀπὸ τὸ κοιμητήριον, μέρη τῆς κεντρικῆς Ἐκκλησίας, μεγάλαι δεξαμεναί νεροῦ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ συγκροτήματος τῆς Μονῆς, μία τράπεζαν, μεγάλο μέρος τοῦ βοριοδυτικου τείχους μὲ τὴν ἐξωτερικὴν πύλην, πολλοὶ διαχωριστικοὶ καὶ ἐνισχυτικοὶ τοῖχοι, κλίμακες, διάδρομοι καὶ καμάρες ἑνὸς λαβυρινθώδους συγκροτήματος, τὸ ὁποῖον ὅμως, ἐὰν δὲν καθαριστεῖ πλήρως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαβαστεῖ ἀρχιτεκτονικὰ καὶ νὰ προσδιορισθοῦν αἱ χρονολογικαί φάσεις τῆς λειτουργίας του. |
Yianns E. Meimaris
The Monastery of saint Eythymios the Great at Khan- Ahmar in the Wilderness of Jydaea: Rescye excavatios and basic protection Measyres, 1976-1979 Athens 1989
|
|
| Εν Ιεροσολύμοις: |
|
1. Ἱερά Μονή Ἀβραάµ. |
Ἐφηµέριοι, οἱ τοῦ Παναγίου Τάφου. |
|
| 2. Ἱερά Μονή Ἁγίου Χαραλάµπους. |
|
3. Ἱερά Μονή Τιµίου Προδρόµου. |
|
| 4. Ἱερά Μονή Ἀρχαγγέλων. |
|
| 5. Ἱερά Μονή Ἁγίου Νικολάου. |
|
| 6. Ἱερά Μονή Ἁγίων Θεοδώρων. |
|
| 7. Ἱερά Μονή Ἁγίου Γεωργίου Ἑβραϊκῆς. |
|
| 8. Ἱερά Μονή Ἁγίου Γεωργίου Νοσοκοµείου |
|
| 9. Ἱερά Μονή Ἁγίου Βασιλείου. |
|
| 10. Ἱερά Μονή Ἁγίας Αἰκατερίνης. |
|
| 11. Ἱερά Μονή Ἁγίου Σπυρίδωνος. |
|
| 12. Ἱερά Μονή Ἁγίου Νικοδήµου. |
|
| 13. Ἱερά Μονή Πραιτωρίου. |
|
| 14. Ἱερά Μονή Ἁγίας Ἄννης. |
|
| 15. Ἱερά Μονή Ἁγίου Συµεών εἰς Καταµόνας. |
|
| 16. Ἱερά Μονή Τιµίου Σταυροῦ. |
|
| 17. Ἱερά Μονή Ἁγίου Ὀνουφρίου. |
|
| 18. Ἱερά Μονή Ἁγίας Σιών. |
| Ἔνθα στεγάζεται ἡ Πατριαρχική Σχολή. |
|
| 19. Ἱερά Μονή Ἁγίου Στεφάνου. |
|
| 20. Ἱερά Μονή Ἁγίου Παντελεήµονος. |
|
| 21. Ἱερά Μονή Ἀναλήψεως. |
|
| 22. Ἱερά Μονή Ἁγίου Μοδέστου |
|
| Γυναικεῖαι: |
|
| 23. Ἱερά Μονή Μεγάλης Παναγίας. |
|
IΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
EIΣ ΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ
|
|
Ἡ Ἱερά Μονή τῶν «Σπουδαίων Μοναχῶν» , ὃπως ἐσημειώθη, ἐκτίσθη ὑπό τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Ἠλία κατά τό ἒτος (494-516) εἰς τόν τόπο πού σύμφωνα μέ τήν παράδοσιν ἐστάθη ἡ Θεοτόκος μετά τῶν ἂλλων γυναικῶν καί εἱδε μετ’ αὐτῶν τήν σταύρωσιν τοῦ Υἱοῦ της καί Κυρίου ἠμῶν ἐπί τοῦ Γολγοθᾶ. Ἔλαβε δέ τήν ἐπωνυμία «Μεγάλη Παναγιά» ἐκ τοῦ γεγονότος-πάντοτε κατά τήν Παράδοσιν—κατά τήν ὁποίαν ἡ Πάναγνος μήτηρ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν , βλέπουσα νά ὑψώνεται ἐπί τοῦ Σταυροῦ ὁ μονογενής Της, ἒκραξε ἐν σπαραγμῷ φωνῆ μεγάλη τῇ ρομφαίᾳ τῆς λύπης κεντουμένη μητρῷα σπλάχνα. Ἡ Μονή ἒφερε τήν ὀνομασίαν « Μονή τῆς Ὁδηγητρίας» . |
Τήν έποχή κατά τήν ὁποία ἀνηγέρθη ἡ Μονή , οἱ μοναχοί τῆς Ἁγίας Ἀναστάσεως ἢ Σπουδαῖοι Μοναχοί ἢ Φύλακες τοῦ Παναγίου Τάφου ζοῦσαν διεσπαρμένοι εἰς τάς οἰκοδομάς κοντά εἰς τόν Πύργον τοῦ Δαβίδ καί ἐπί τοῦ λόφου τῆς Σιών. Δι αὐτό καί ὁ Πατριάρχης Ἠλίας ἐπιθυμώντας νά συγκεντρώση αὐτούς εἰς Κοινόβιον, πλησίον τοῦ Παναγίου Τάφου καί τοῦ ἐπισκοπείου τῶν Ἱεροσολύμων, ἀνήγειρεν διά αὐτούς τήν Μονήν τῆς Θεοτόκου, τήν ὁποία καί ὠνόμασεν «Μοναστήριον τῆς Θεοτόκου τῶν Σπουδαίων», καθώς μᾶς πληροφορεῖ ὁ Κύριλλος ὁ Σκυθοπολίτης γράφων …«ὃστις πατριάρχης Ἠλίας ὠκοδόμησεν μοναστήριον πλησίον τοῦ ἐπισκοπείου καί ἐν αὐτῷ περισυνήγαγεν τούς τῆς ἁγίας Ἀναστάσεως σπουδαίους εἰς τούς περί τόν πύργον τοῦ Δαυίδ τόπους διεσπαρμένους , κελλία ἑκάστῳ αὐτῶν διανείμας πᾶσαν σωματικήν ἀνάπαυσιν
ἒχοντα..» Τά ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ της ἐτελέσθησαν ὑπ’ αὐτοῦ τήν 11 Αὐγούστου τοῦ ἒτους 494.
|
Σπουδαῖοι Μοναχοί ὠνομάζονταν οἱ ἀποτελοῦντες τό ἰδιαίτερον ἐκεῖνον μοναχικόν τάγμα τό ὁποῖον εῖχε ὡς ἒργον του τήν διακονίαν τῶν Ναῶν τῶν παθημάτων τοῦ Σωτῆρος, δηλαδή τοῦ Γολογοθᾶ καί τοῦ Παναγίου Τάφου, καθώς καί τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καί τήν ἐν αὐτῆς ἀδιάλειπτον προσευχήν. Διά τῆς ἀνεγέρσεως τῆς Μονῆς τῆς «Μεγάλης Παναγιᾶς» καί τῆς συγκεντρώσεως αὐτῶν ἀπό τόν πατριάρχη Ἠλία, τό μοναχικόν αὐτό τάγμα ἐτέθη ἒκτοτε ὑπό τήν ἂμεσον ἐποπτείαν, προστασίαν καί κηδεμονίαν τοῦ ἑκάστοτε Πατριάρχου Ἱεροσολύμων. |
Σύμφωνα μέ τό Τυπικόν τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, τοῦ ἒτους 1122, οἱ Σπουδαῖοι Μοναχοί ἐλάμβανον ἐνεργόν μέρος εἰς τάς τελετάς τοῦ πανιέρου Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως. Τό τυπικόν γράφει λεπτομερῶς τά καθήκοντα αὐτῶν. |
Ὁ πατριάρχης Ἠλίας, παρά τήν ἐπιθυμίαν του νά ἐπεκτείνει τήν Μονήν, δέν μπόρεσε, διότι ἐστερεῖτο τῶν οἰκονομικῶν μέσων. Ὅπως ἀναφέρει τό Ἱεροσολυμιτικόν Κανονάριον «ἂγνωστός τις προσελθών προσέφερεν ἑαυτῷ ποσόν ἑκατόν ἑβδομήκοντα χρυσῶν νομισμάτων καί διά τοῦ ποσοῦ τούτου ἠγόρασεν τά παρακείμενα κτήματα καί κατέστησεν αὐτά ξενοδοχεῖον διά τούς ξένους». Ἀργότερα ἡ Μονή ἐμεγαλύνθη μέ τήν ἀγοράν νέων οἰκημάτων καί ἂλλων προσκτισμάτων, εἰς διαφόρους περιόδους. Ἒτσι τό συγκρότημα οἰκοδομήθηκε μετά τῶν τριῶν Ἐκκλησιῶν, ἢτοι τῶν Ναῶν τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καί Ἑλένης, τῆς Ἁγίας πρωτομάρτυρος Θέκλας καί τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, καί ἀπετέλεσε τήν νέαν ἓδραν τῶν Σπουδαίων Μοναχῶν, τό ὁποῖον καί σήμερα καλεῖται Κεντρικόν Μοναστήριον τῶν Σπουδαίων Μοναχῶν τῆς Ἁγιοταφιτικῆς Ἀδελφότητος . |
|
Η ΕΚΧΩΡΗΣΙΣ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ
ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΟΣΙΑΝ ΜΕΛΑΝΗ
|
|
Μετά τήν ἐγκατάστασιν τῶν Σπουδαίων Μοναχῶν εἰς τήν νέα Μονή, τῶν Ἁγίων Κων/νου καί Ἑλένης, ὁ Πατριάρχης Ἠλίας παρεχώρησε τήν Ἐκκλησίαν τῆς Μεγάλης Παναγίας μέ τά κελλιά εἰς τήν Ὁσία Μελάνην καί τάς ὑπό τάς σοφάς ὁδηγίας αὐτῆς «σπουδαζούσας» παρθένους αἳτινες ἡσαν κατά
τήν ἀκολουθία της περίπου ἐννενήκοντα. Ἡ Ὁσία Μελάνη , ὃπως πληροφορούμεθα ἐκ τοῦ βίου της, ἒφθασε εἰς Ἱεροσόλυμα τό ἒτος 417.«Καθ’ ἑσπέραν»» σημειώνει ὁ βιογράφος τῆς Ὁσίας Μελάνης Γερόντιος « μετά τό κλεισθῆναι τήν Ἁγίαν Ἁνάστασιν παρέμενε τῷ Σταυρῷ μέχρις ὃτου εἰσήρχοντο ψάλλοντες καί τότε ἀπερχομένη ἐν τῷ κελλίῳ αὐτῆς ἐκάθευδεν ὀλίγον». Τό κελλί κοντά εἰς τό Ναό τῆς Ἀναστάσεως εἰναι τό ἀσκητήριον τῆς
Ὁσίας Μελάνης εἰς τήν Ἱεράν Μονήν τῆς Μεγάλης Παναγίας, ὃπου καί ὁ Τάφος αὐτῆς ἐν τῷ φερωνύμῳ Παρεκκλησίῳ.
|
|
ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ |
|
Ὃταν οι Πέρσες τό 614 κατέλαβαν τήν Ἁγία Πόλιν Ἱερουσαλήμ, κατέστρεψαν μαζί μέ τά ἂλλα ἃγια προσκυνήματα καί τήν Ἱερά Μονήν τῆς Θεοτόκου τῶν Σπουδαίων. Στίς 28 Σεπτεμβρίου τοῦ ἒτους 1009 μέ διαταγή τοῦ Χάκεμ πλῆθος ἀράβων, στρατοῦ καί ὂχλου, ὣρμησεν κατά τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως καί μετέβαλεν αὐτόν εἰς ἐρείπια. Διήρπασαν ὃλα τά ἱερά αὐτῷ σκεύη, χωρίς νά ἀρκεσθοῦν εἰς τήν ἐρήμωσην τοῦ Ναοῦ ὣρμισαν καί εἰς τούς λοιπούς Ναούς καί εἰς τά Μοναστήρια τῆς Ἱερουσαλήμ, σκορπώντας ἀπερίγραπτον ὂλεθρον. Μετά μανίας λεηλάτησαν καί κατερείπωσαν τήν Μονήν τῆς Ὁδηγητρίας, ἢτοι τῆς Μεγάλης Παναγίας. |
Τήν ἐποχήν τῶν Σταυροφόρων τά Πανάγια Προσκυνήματα περιῆλθον βίαια εἰς τούς Λατίνους καί δύο μόνο μοναστήρια ἐντός τῶν Ἱεροσολύμων κατεῖχον οἱ Ἓλληνες. Τό ἓνα ἠταν κοντά στόν Πύργο τοῦ Δαυίδ, μετόχιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου καί τῆς Μονῆς τῆς Μεγάλης Παναγίας |
Τό ἒτος 1170 ὁ Αὐτοκράτωρ τοῦ Βυζαντίου Μανουήλ ΙΑ΄ ὁ Κομνηνός (1143-1180) ἐπεσκεύασε καί διεκόσμησε πολλά Μοναστήρια καθώς καί τό Μοναστήρι τῆς Μεγάλης Παναγίας. Ἀπό τό 1400 ἡ Μονή τῆς Μεγάλης Παναγίας μαρτυρεῖται ὡς ἀσκητήριον μοναζουσῶν. Ἀνώνυμος Ἓλλην προσκυνητής περιγράφοντας τήν Ἱερουσαλήμ σημειώνει ὃτι κοντά εἰς τό Ναό τῆς Ἀναστάσεως εἰναι «ἀπ αὐτοῦ καί ἂνωθεν τό Πατριαρχεῖον, καί παραπάνω εἶναι ἡ Ὁδηγήτρια καί κάθονται Καλογραῖαι ». |
Τό ἒτος 1653, εἰς τήν Ἱερά Μονή τῆς Ὁδηγήτριας κατοικοῦν Μοναχαί. Τό ἒτος 1667 γράμμα τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Νεκταρίου (1661-1667) ὑπογραφόμενον καί ἀπό τόν Νεόφυτον ἐπιβεβαιώνει ὃτι εἰς τή Μονή τῆς Θεοτόκου καί Ὁδηγήτριας εἰς τήν ὁποία ἀσκοῦνται μοναχαί, φυλάσσεται λείψανον τῆς χειρός τῆς Ἁγίας Ἰουλίτης. Εἰς ἓτερον δέ γράμμα του, ὁ ἲδιος ὁ Πατριάρχης ὠνομάζει τήν Μονήν «Καλογράδικον». |
|
Πρό τοῦ ἒτους 1698, ὁ Πατριάρχης τῆς Ἁγίας Σιών Δοσίθεος (1669-1706) ἒλαβε ἀπό τήν Ὑψηλήν Πύλην τήν ἂδειαν νά ἐπισκευάσει τόν ναόν τῆς Μονῆς τῆς Μεγάλης Παναγίας, τό ἒτος 1836. Κατά τόν Νεόφυτον τόν Κύπριο, ἒγιναν στή Μονή σοβαραί ἐπισκευαί ἂνω καί κάτω καί ἀνεκαινίσθη καί τό παρεκκλήσιον καί ὁ Τάφος τῆς Ὁσίας Μελάνης, καί προσετέθησαν πολλαί σκάλαι και κελλιά. |
|
| ΝΕΟΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ |
|
Ὃτε ἀπό τοῦ ἒτους 1959 , κατεστάθη ἡγουμένη τῆς Ἱεράς Μονῆς ἡ ἐκ Μάνης καταγόμενη Μοναχή Νυμφοδώρα, ἒχουσα ἐπίγνωσιν τῆς ἱερᾶς ἀποστολῆς της, ἀόκνως ἐργάζεται μέ τή βοήθειαν πάντων τῶν συνασκουμένων αὐτῇ μοναζουσῶν γιά τήν πνευματικήν πρόοδον και ἀνάδειξιν τῆς Ἱερᾶς ταύτης Μονῆς. Ὑπό τήν ἐπίβλεψιν καί τήν φροντίδα της ἐκτίσθηκαν νέα κελλιά , ἐπεσκευάσθησαν πολλά παλαιά, ἐπανῆλθε ἡ κοινοβιακή τράπεζα, εξωραΐσθη καί ἐπισκευάσθηκε ἐξ ὁλοκλήρου τό ἀσκητήριον καί τό παρεκκλήσιον τῆς Ὁσίας Μελάνης. |
Ἒγιναν πάμπολλαι καί μεγάλαι ἐπισκευαί εἰς τό Ναό τῆς Ὁδηγητρίας, ἐμπλουτίσθηκε μέ πλεῖστα ἐκκλησιαστικά ἀντικείμενα, ἀργυρά καί ἐπίχρυσα, εἰκόνες καί ξυλόγλυπτα κ.τ.λ τό σκευοφυλάκιον τῆς Μονῆς, ἐνῶ κατά τό ἒτος 1985 ἒγινε ἀναπαλαίωσις τῶν τοίχων τῆς εἰσόδου καί τοῦ μεγάλου διαδρόμου καί ἀπεκαλύφθησαν ἡ ἀρχαία λιθίνη τοιχοδομία, αἱ καμάραι καί οἱ κίονες τῆς πρωτοχριστιανικῆς ἐποχῆς, ὃπως καί τό ἀρχαῖον πλακόστρωτον δάπεδον τῶν διαδρόμων τῆς Μονῆς. |
|
Η ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ
ΤΑ ΚΕΙΜΗΛΙΑ ΑΥΤΗΣ |
|
Ὃπως ἢδη ἐσημειώθη, ἡ Ἱερά Μονή τῶν Σπουδαίων Μοναχῶν ἢ Μονή τῆς Μεγάλης Παναγίας, βρίσκεται δυτικά τοῦ Παναγίου Τάφου καί ἀπέχει αὐτοῦ ἓν στάδιον. Ὁ προσκυνητής εἰσέρχεται εἰς αὐτήν μέσῳ μικρᾶς πύλης τῆς κεντρικῆς εἰσόδου τῆς Μονῆς, εἰς ἐπιμήκη διάδρομον, ἑκατέρωθεν τοῦ ὁποίου βρίσκονται κελλιά τῶν μοναζουσῶν. Στό τέλος τοῦ διαδρόμου μέ μικρή κλίμακα ὁδηγούμεθα εἰς τόν χῶρον πρό τοῦ Ναοῦ τῆς Παναγίας. Ὁ Ναός ἀποτελεῖ κτίσμα τοῦ 5ου αἰῶνα, προνοίᾳ τοῦ Πατριάρχου Ἠλία, εἶναι δε καί τό «Καθολικόν» τῆς Μονῆς. Ἐν αὐτῷ ὑπάρχει ἐν εἰδικῷ θρόνῳ ἡ σεπτῆ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Ὁδηγητρίας , ἡ ὁποία κατά τήν παράδοσιν εἶναι
ἒργον τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ. Ἡ Πλατυτέρα δεσπόζει εἰς τήν κόγχη τοῦ Ἱεροῦ βήματος καί εἰναι
ἒργο τοῦ 17ου αἰῶνος. Κοντά εἰς τόν θρόνον τῆς Ὁδηγητρίας, ἐπί ἀναλογίου, εὑρίσκονται δύο λειψανοθῆκαι. Ἡ μία ἐξ αὐτῶν, ξυλόγλυπτος καί μεγάλη, περιέχει ἱερά λείψανα τῶν Ἁγίων : Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, Χαραλάμπους, Ἐλευθερίου, Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, Εὐθυμίου τοῦ ἐκ Δημητσάνης, Ἀνθίμου τοῦ ἱερομάρτυρος, Νίκωνος τοῦ «Μετανοεῖτε», Αὐξεντίου τοῦ Ὁσίου, Ὑπατίου τοῦ Ὁσίου, καί Νεκταρίου Πενταπόλεως τοῦ Θαυματουργοῦ. Ἡ δέ ἑτέρα τήν χεῖρα τῆς Ἁγίας Ἰουλίτης καί τά λείψανα τοῦ ἐν ἒτει 1549 διά Χριστόν μαρτυρήσαντος Τούρκου πρίγκιπος Ἐμίρη. Εἰς τήν Μονή ἐπίσης διαφυλάσσεται τό χειρόγραφον Ἱερόν Εὐαγγέλιον τῆς Ὁσίας Μελάνης, ὃπως καί παμπόλαι Ἱεραί Εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καί πολλῶν Ἁγίων χρονολογούμεναι ἀπό τοῦ 11ου—18ου αἰῶνος.
|
|
| 24. Ἱερά Μονή Ἁγίου Εὐθυµίου. |
|
| 25. Ἱερά Μονή Παναγίας Σεϊδανάγιας. |
|
| Ἐκκλησίαι: 1. Ἁγίου Δηµητρίου, 2. Ἁγίας Θέκλης |
|
Καθεδρικός Ἱερός Ναός Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, ἐν ᾧ τά Παρεκκλήσια τῶν Μυροφόρων καί τῶν Ἁγίων 40 Μαρτύρων, ἔνθα κατατίθενται τά λείψανα τῶν Πατριαρχῶν. |
|
| |
|
|