Μία ἀξιόπιστος ἀπόδειξις, ὅσον ἀφορὰ εἰς τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἐν λόγῳ τοποθεσία ἐχαρακτηρίσθη ὡς Κάθισμα Παλαιὸν λαμβάνομεν ἀπὸ τὸ σύγγραμμα τοῦ προσκυνητοῦ Θεοδοσίου,τό ὁποῖον συνετάχθη περὶ τὸ 530 μ.Χ. Αὐτὸ ἀναφέρει « Τρία μίλια ἀπὸ τὴν πόλιν τῶν Ἱεροσολύμων εἶναι ὁ τόπος ὅπου ἡ Κυρία μας Μαρία, ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου, κατὰ τὸ ταξίδι της εἰς τὴν Βηθλεέμ, κατέβη ἀπὸ τὸν ὄνον, ἐκάθισε εἰς τὴν πέτραν ἑνὸς βράχου καὶ τὸν εὐλόγησε». Τὴν παράδοσιν αὐτήν, ἡ ὁποία προφανῶς ἀνάγεται εἰς τοὺς πολὺ πρώϊμους χριστιανικοὺς χρόνους, διηγεῖται συγχρόνως ὁ Θεοδόσιος.Ἦλθε ἀπὸ τὴν πατρίδα του, Μογαρισσὸν τῆς Καππαδοκίας εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, εἰς τοὺς χρόνους τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος, καὶ ἔμεινε ἀρχικὰ κοντὰ εἰς τὸν ἡλικιωμένον μοναχὸν Λογγίνον, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ κελί του εἰς κοντινὰ περίχωρα τοῦ Πύργου τοῦ Δαβίδ. Ὁ προκαθήμενoς τοῦ αὐτοκράτορος, Οὐρβίκιος, ὁ ὁποῖος εἶχε παραμείνει εἰς τὴν αὐτοκρατορικὴν ὑπηρεσίαν τῆς αὐλῆς ἐπί ἑπτὰ αὐτοκρατόρων ἔβαλε νὰ περικόψουν ἀπὸ τήν θέσιν της τήν πέτραν ἐκείνην καί νὰ τὴν λαξεύσουν δίνοντάς της μορφὴν ὁμοίαν μὲ Ἁγίαν Τράπεζαν μὲ σκοπὸ νὰ τὴν μεταφέρουν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν. Ὅμως κατὰ τὴν μεταφοράν, ὅταν ἔφθασαν εἰς τὴν πόλιν τοῦ Ἁγίου Στεφάνου εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ἡ πέτρα ἡ ὁποία μεταφερόταν εἰς ἅμαξαν, κατέστη ἀδύνατον νὰ μεταφερθεῖ πιὸ πέρα καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν τὴν μετέφεραν πίσω εἰς τὸν Τάφον τοῦ Κυρίου καὶ τὴν τοποθέτησαν ἐκεῖ ὡς πέτραν Ἁγίας Τραπέζης. Γιὰ τὸν Οὐρβίρκιον προστίθεται ὅτι ἀπέθανε καὶ ἐτάφη εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, καί ὅτι ὁ Τάφος δὲν τὸν κράτησε ἀλλά τὸν πέταξε ἔξω τρεῖς φορές. Δὲν ἐπιδέχεται ἀμφιβολίαν τὸ ὅτι ἡ πέτρα ἡ ὁποία κατὰ τὴν παράδοσιν χρησίμευε ὡς κάθισμα ἀναπαύσεως τῆς μητέρας τοῦ Κυρίου κατὰ τὸ ταξίδι της εἰς τὴν Βηθλεέμ, ταυτίζεται μὲ τὴν τοποθεσίαν, ἡ ὁποία κατὰ τὰ μέσα τοῦ 5ου αἰῶνος ἦταν γνωστὴ μὲ τὸ ὄνομα Κάθισμα Παλαιὸν.Εἰς τὰ περίχωρα αὐτής ἀνοικοδομήθη περὶ τὸ 451μ.χ ἀπὸ τὴν ἡλικιωμένην εὐλαβῆ καὶ πλουσίαν κυρίαν Ἰκελίαν τῶν Ἱεροσολύμων, Ἐκκλησία πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου. Ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὸν χρόνον τῆς ἀπομακρύνσεως τῆς πέτρας ἀπὸ τὸν Οὐρβίρκιον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβάλλουμε ἀκριβεῖς ἰσχυρισμούς. Λαμβάνοντας ὑπόψιν τὰ δεδομένα μπορεῖ νὰ εἰπωθεῖ μόνο, ὅτι ἡ μεταφορὰ τῆς Πέτρας ἔλαβε χώραν κατά τὸ δεύτερον ἥμισυ τοῦ 5ου αἰῶνος. Τὸ ὅτι ἡ παλαιὰ παράδοσις διὰ τὸν τόπον διατηρήθηκε ζωντανὴ , μαρτυρεῖ ἡ περαιτέρω πληροφορία ἡ ὁποῖα ἀνάγεται εἰς τὸν ἑπόμενον αἰῶνα, τοῦ Ἀντωνίνου τῆς Πλακεντίας, ὅταν ἐκεῖνος ἀποδίδει τὴν παράδοσιν εἰς τὴν παρακάτω διατύπωσιν ἡ ὁποία παραλλάσσει ἐλάχιστα ἀπὸ τὴν περιγραφὴν τοῦ προσκυνητοῦ Θεοδοσίου: « Εἰς τὰ μισά του δρόμου , ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ εἰς τὴν Βηθλεέμ, εἶδα νὰ ἔρχεται νερὸ ἀπὸ ἕναν βράχον, κατὰ τήν ἐκτίμησήν μου, δυνάμεως 6 ξεστίων ἀπό αὐτὸ τὸ ἴδιο ἀντλοῦν ὅλοι, γιὰ νὰ σβήσουν τὴν δίψαν τοὺς «τὸ νερὸ οὔτε ἐλαττώνεται οὔτε αὐξάνεται». Τὸ ἴδιο πίνεται εὐχάριστα. Aὐτὸ συμβαίνει, ὅπως λέγουν, διότι ἡ μακαρία Μαρία κατὰ τὴν φυγήν της εἰς τὴν Αἴγυπτον κάθισε εἰς αὐτὸν τὸν τόπον μὲ τὸν ὑιόν της καὶ ξεδίψασε. Ἀπὸ τότε τὸ νερὸ αὐτὸ εἶναι πάντοτε τρεχούμενον. Τώρα εἶναι κτισμένη ἐκεῖ μία Ἐκκλησία. Ἀπὸ κεῖ μέχρι τὴν Βηθλεὲμ εἶναι τρία μίλια.» Χωρὶς ἀμφιβολία ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὴν ὡς ἄνω πληροφορίαν ἀπὸ τὸν Ἀντωνίνον ἦταν ἡ Ἐκκλησία τοῦ Καθίσματος, κτισμένη 120 χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν Ἰκελίαν. Μία ἄλλη ἐπίσης πηγὴ ἀπὸ τὴν ὁποίαν μποροῦμε νὰ ἀντλήσουμε στοιχεῖα εἶναι αὐτὴ ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τάς ἀρχάς τοῦ 12ου αἰῶνα ἐξιστόρησις τοῦ Ρώσου ἡγουμένου Δανιήλ περὶ τὰ 1115 μ.χ ὅταν ἐκεῖνος διηγεῖται: «Βγαίνοντας ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, φτάνουμε, ὕστερα ἀπὸ 2 βέρτσια, διασχίζοντας τοὺς ἀγρούς, εἰς τὸν τόπον καταλύματος τοῦ Ἀβραάμ, ἐκεῖ ὅπου ἐκεῖνος ἄφησε πίσω τὸν ὑπηρέτην του μὲ τὸν ὄνον κ.λ.π. Ἀπὸ εκεῖ ὅμως εἶναι ἕνα βέρτσι μέχρι τὴν θέσιν, ὅπου ἡ Ἁγία Θεοτόκος εἶδε λαὸν δύο εἰδῶν, τὸν ἕναν νὰ γελάει καὶ τὸν ἄλλον νὰ κλαίει κι ἐκεῖ ἐκτίσθη μία μεγάλη Ἐκκλησία ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ἁγίας Θεοτόκου.Τώρα ὅμως ὁ τόπος εἶναι κατεστραμμένος ἀπὸ τοὺς ἀπίστους». Δὲν διστάζουμε νὰ ἀποφανθοῦμε ὅτι ἡ στέρνα, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς μὲ τὰ ὀνόματα «Πηγὴ τῶν σοφῶν», «Πηγὴ τῶν Τριῶν Βασιλέων», «Στέρνα ἡ Πηγὴ τοῦ ἀστέρα καὶ βρίσκεται εἰς τὸν δρόμον γιὰ τὴ Βηθλεέμ, 160 μέτρα βόρεια ἀπὸ τὸν Προφήτην Ἠλίαν, εἶναι ταυτόσημος μὲ τὴν πηγὴν ἡ ὁποία σχετίζεται ἀπὸ τὸν Ἀντωνίνον μὲ τὴν Ἐκκλησίαν του «Καθίσματος» . Ὑπὲρ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως φαίνεται νὰ ἔχει ἀποφασιστικὴν σημασίαν ὄχι μόνον ἡ συμφωνία μὲ τὴν θέσιν τοῦ τόπου ( 3 μίλια από τὰ Ἱεροσόλυμα) ἀλλὰ ἀκόμη τὸ ἐν χρήσει ἀπὸ τοὺς Ἄραβες ὄνομα αὐτῆς τῆς στέρνας, δηλαδὴ Μπὶρ Καντίσμου, ὀνομασίαν εἰς τὴν ὁποίαν βλέπουμε νὰ διατηρεῖται τὸ καταγόμενον ἀπὸ τὴν πρώτην Ἑλληνο-Χριστιανικὴν περίοδον παλαιὸν ὄνομαν Κάθισμα. |
Βεβαίως ἡ παράδοσις σχετικὰ μὲ αὐτὴν τὴν τοποθεσίαν, ὡς ἕναν τόπον ἀναπαύσεως τῆς Θεοτόκου, συνέχιζε νὰ διατηρεῖται ταυτόχρονα, μέχρι τοῦ σημείου, ἡ ὁποία ἀκόμη ἀπό τάς ἀρχάς τοῦ 14ου αἰῶνος ἔδειχναν εἰς μικρὴν ἀπόστασιν ἀπὸ τὴν στέρναν, ἡ ὁποῖα λέγεται τῶν Μάγων ἀριστερὰ τοῦ δρόμου, μίαν τερέβινθος, ἡ ὁποία στεκόταν μόνη, λίγο γερμένη, ὄχι πολὺ ψιλή, ἀλλὰ ἀρκετὰ δυνατή, ἡ ὁποία παρέμεινε τιμωμένη ὑπὸ τὸ ὄνομα «Τερέβινθος τῆς Μαρίας» ἐπειδὴ εἰς τὴν σκιὰν της ἀνεπαύθη ἡ Θεοτόκος, ὅταν τὴν 40η ἡμέραν μετὰ τὴ Γέννησιν τοῦ Κυρίου προσέφερε τὴν θυσίαν εἰς τὸν Ναὸν τῶν Ἱεροσολύμων. Τὸ ἔτος 1645 ἡ Τερέβινθος ἐκάη ἀπὸ ἕναν Ἄραβα, διὰ νὰ ἐμποδίζει τοὺς προσκυνητὲς νὰ πατοῦν τὸ κτῆμα του. Σήμερα ἡ Πηγὴ τῶν Μάγων εἶναι μία ξερὴ στέρνα συνήθους ἀρχιτεκτονικῆς, ἡ ὁποία βρίσκεται εἰς τὸν δρόμον μεταξὺ Ἱερουσαλὴμ καί Βηθλεέμ, εἰς ἀπόστασιν 800 βημάτων περίπου ἀπὸ τὸν Προφήτην Ἠλίαν. Ἕνας πέτρινος σωρός, ἐν τέλει, παρέχει τὸ δικαίωμα νὰ ποῦμε ὅτι ἐδῶ ἄλλοτε στεκόταν τεῖχος. Εἰς αὐτὸ τὸ ἴδιο ἐμεῖς θὰ ἀναγνωρίζαμε ἀναμφίβολα τὰ τελευταία ὑπολείμματα τῆς ἄλλοτε Ἐκκλησίας τοῦ Καθίσματος ἤ τῆς Θεοτόκου ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 5ου αἰῶνος. Ἡ τοποθεσία καθαυτὴ συνδέεται μὲ μιὰ ἀπὸ τάς πιὸ παλαιάς χριστιανικάς παραδόσεις διὰ τὴν ζωὴν τῆς Μαρίας, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὀφείλεται ἡ σπουδαιότητα καὶ τὰ δικαιώματά του. |