|
|
 |
|
Ἡγούµενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Θεοβαδίστου Ὄρους Σινᾶ εἶναι ὁ Σεβασµιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Σινᾶ, Φαράν καί Ραϊθώ κ. Δαµιανός (23/12/1973), ὅστις διοικεῖ αὐτήν µετά τῆς Ἱερᾶς Συνάξεως τῶν Πατέρων. «Οἱ συγκροτοῦντες αὐτὴν Μοναχοὶ δὲν ἔχουν προορισµὸν µόνον τὴν πραγµάτωσιν τοῦ µοναχικοῦ ἰδεώδους. Εἶναι συνάµα καὶ διακονηταὶ καὶ φύλακες ἱεροῦ Προσκυνήµατος, ὅπως εἶναι καὶ οἱ τοῦ Τάγµατος τῆς Ἁγιοταφιτικῆς
Ἀδελφότητος». |
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σιναίου χειροτονεῖται ἐν Ἱερουσαλὴµ ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύµων. |
Διεύθυνσις: Monastery of Saint Catherine at Mt. Sinai, c/o 18 Midan el Daher, 11271 Cairo, A.R. Egypt. 002/0693 470 343 και 002/0693 470 349 |
Μετόχιον ἐν Ἀθήναις. Δορυλαίου 26, 115 21 Ἀθῆναι. Tηλ. (0210) 644 4766, 646 1073 καί φάξ: 642 1017. |
|
Εἰς τὸ τρίγωνον τό ὁποῖον σχηματίζεται ἀνάμεσα εἰς τοὺς κόλπους τοῦ Σουὲζ καὶ τῆς Ἄκαμπα καθὼς καὶ εἰς τὴν ἔρημον Τὶχ ἁπλώνονται ὄχι μόνο ἐρημικαί ἐκτάσεις ἀλλὰ καὶ ἀπρόσιτα ὄρη. Εἰς τὴν ἄγονην αὐτὴν χερσόνησον ἐντύπωσιν προκαλοῦν οἱ ὀνομαστοὶ ὀρεινοὶ ὄγκοι, τὸ Ὂρος Σινὰ (2.244 μ.), τὸ ὄρος τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης (2.602), τὸ Σερμπάλ, τὸ Οὒμ Σωμὰρ καὶ αὐτὸ τῆς Ἁγίας Ἐπιστήμης. Μέσα εἰς αὐτὴν τήν ἔρημον πέρασε ὁ Μωϋσῆς τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν εἰς τὴν ἐπιστροφὴν πρὸς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας. Ἔπρεπε νὰ ξεπεράσει ὅλα τά ἐμπόδια ὑπερνικώντας τοὺς ἐχθροὺς «Ἀμαληκίτες» νομάδες τῆς Ἀραβίας οἱ ὁποῖοι τότε τοὺς πολεμοῦσαν συνέχεια. |
Εἰς τὴν κορυφήν τοῦ Σινᾶ κατὰ τὴν Παλαιὰν Διαθήκην, ὁ Μωϋσῆς ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸν τάς δέκα ἐντολάς. Εἰς τὸν ἔρημον αὐτὸν τόπον ἐσυναντήθη ξανὰ ὁ Θεὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος. «Κατέβη δὲ Κύριος ἐπὶ τοῦ ορους τοῦ Σινᾶ ἐπὶ τὴν κορυφὴν τοῦ ὄρους … τοῦ Θεοῦ» Ἔξοδ.31,18. Ἔτσι ἡ ἄνυδρη καὶ ἄγονη αὐτὴ ἔρημος γίνεται τόπος ἱερὸς καὶ ἅγιος διὰ ὅλην τὴν ἀνθρωπότητα, ἀναδεικνύοντας μεγάλα ἠθικὰ ἀναστήματα. |
Εἰς τοὺς πρόποδες τοῦ ὄρους τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης εἶναι ἡ ἱστορικὴ Ἱερὰ Μονὴ Σινᾶ, ἡ ὁποία ἱδρύθη ἀπὸ τὸν αὐτοκράτοραν Ἰουστινιανόν, ὁ ὁποῖος ἀποδέχεται αἴτημα τῶν σιναϊτῶν καὶ κτίζει μαγαλοπρεπὴν ἐκκλησίαν τὴν ὁποῖαν μάλιστα περιβάλλει μὲ ἰσχυρὸ τεῖχος τό ὁποῖον εἶναι εἰς θέσιν νὰ προφυλάσσει τοὺς μοναχοὺς ἀπὸ ἐπιδρομάς τῶν Ἀγαρηνῶν. Ὁ Ναὸς εἶναι ρυθμοῦ τρίκλιτης Βασιλικῆς, διαθέτει νάρθηκα καὶ οἱ διαστάσεις φθάνουν τὰ 40 μ. μῆκος καὶ 19,20 μ. πλάτος. Εἰς τάς διαστάσεις αὐτάς περιλαμβάνονται καὶ τὰ παρεκκλήσια πίσω ἀπὸ τὸ καθολικὸν δηλαδή τῆς Ἁγίας Βάτου, τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου, καὶ τῶν Ἁγίων Σιναϊτῶν Πατέρων. Ὁ κύριος ναὸς τοῦ καθολικοῦ ἐσωτερικὰ εἶναι 25 μέτρα μῆκος καὶ 12 μέτρα πλάτος. Ἡ ἀρχαία ξυλίνη στέγη τοῦ καθολικοῦ ἐσκεπάσθη μὲ ὁριζόντιον ξύλινον φάτνωμα τό ὁποῖον κατεσκευάσθη τὸν 18ο αἰῶνα ἐπὶ ἀρχιεπισκόπου Κυρίλλου Β΄ τοῦ Κρητός. Εἰς τοὺς πλαϊνοὺς τείχους ἀνοίγονται δυὸ σειρὲς ἀπὸ ὀκτώ δίλοβα παράθυρα καὶ ἑπτὰ ὀρθογώνια. Τὸ ἱερὸν βῆμα βρίσκεται εἰς ὑψηλότερον ἐπίπεδον ἀπὸ τὸ δάπεδον τοῦ κυρίως ναοῦ καὶ χωρίζεται ἀπό αὐτὸν μὲ τέμπλο εἰς τὰ θωράκια εἶναι μαρμάρινον, ἐνῶ εἰς τὸ ἐπάνω μέρος εἶναι ξυλόγλυπτον. Κατεσκευάσθη τὸ 1612 ἐπὶ Ἀρχιεπισκόπου Λαυρεντίου, εἰς τὸ Σιναϊτικὸν Μετόχι τῆς Κρήτης. |
Ὡραιόταται εἶναι αἱ ξυλόγλυπται πύλαι τοῦ κυρίως Ναοῦ ἀπὸ κέδρους τοῦ Λιβάνου ἡ ἀρχική τους κατασκευὴ γίνεται εἰς τὸν 6ον αἰῶνα. Οἱ πύλες ἐξάλλου τοῦ νάρθηκα κατεσκευάσθησαν ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους τοῦ 12οῦ αἰῶνος. Ἀπὸ τάς ἐπιγραφάς αἱ ὁποῖαι διεσώθησαν μνημονεύεται τὸ ὄνομα τοῦ Ἰουστινιανοῦ καὶ τῆς Θεοδώρας καὶ διαπιστώνεται ὅτι ὁ τεῖχος καὶ ὁ Ναὸς ἐκτίσθη τὸ 577 μ.χ μετὰ τὸν θάνατον τῆς αὐτοκράτειρας. Ἀπὸ τάς ἐπιγραφάς ἐπίσης μαθαίνουμε ὅτι ἀρχιτέκτων τοῦ φρουρίου καὶ τοῦ καθολικοῦ ἦταν ὁ Στέφανος Αἴλιστος ἀπὸ τὴν Αἰλὰ, τὸ σημερινὸ Εἰλάτ. |
Τὸν 7ον καὶ 8ον αἰῶνα ἡ Μονὴ τοῦ Σινᾶ πέρασε ἀπὸ μεγάλους κινδύνους καὶ βαθεῖαν κρίσιν λόγῳ κυρίως τῆς Ἀραβικῆς κατακτήσεως. Ἀναφέρεται ὅτι ὅταν ὁ Σουλτάνος Σελὴμ ὁ α΄ κατέλαβε τὴν Αἴγυπτον καὶ τὸ Σινὰ τὸ 1517, εἶδε τὸν Ἀχτιναμὲ τοῦ Μωάμεθ, τὸν πῆρε μαζί του καὶ ἄφησε ἀντίγραφον εἰς τοὺς Σιναϊτες Πατέρες. Ἀπὸ τὸν 11ο αἰῶνα ἀρχίζει νέα περίοδος διὰ τοὺς Σιναϊτες μοναχούς. Ἡ μεταφορὰ λειψάνων τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης εἰς τὴν Γαλλίαν αὐξάνει τὸ ἐνδιαφέρον τῶν εὐρωπαίων χριστιανῶν διὰ τὴν ἀσφάλειαν , ἀνεξαρτησίαν τῶν μοναχῶν καὶ τὴν προστασίαν τῆς Μονῆς ἀνὰ τὸν κόσμον, Αἴγυπτον, Παλαιστίνην, Συρίαν, Κρήτην, Κύπρος, Κωνσταντινούπολιν. Τὴν ἐποχὴν τῆς φραγκοκρατίας εἰς τὴν Συρία οἱ Σταυροφόροι ἵδρυσαν εἰδικὸ Τάγμα Σιναϊτῶν μὲ σκοπὸ τὴν προστασίαν καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῆς Μονῆς. |
Οἱ Πάπες μὲ διάφορα διατάγματα ἐπροστάτευσαν κατὰ καιροὺς τὰ διακαιώματα τῆς Μονῆς. Ὁ Πάπας Ὀνώριος ὁ 3ος 1217, ὁ Γρηγόγιος ὁ 10ος (1271-1276), ο Βενέδικτος ὁ 12ος τὸ 1338 , ὁ Ἰννοκέντιος ὁ 6ος τὸ 1360 κ.α. Οἱ Δόγηδες τῆς Βενετίας μὲ ἐπίσημα ἔγγραφά τους ρυθμίζουν τὴν στάσιν τῶν δουκῶν τῆς Κρήτης ἔναντι τῶν σιναϊτικῶν μετοχίων ἁπαλλάσοντάς τα ἀπὸ διαφόρες φορολογίας καὶ ἀποδίδοντας δικαιοσύνην ὑπὲρ τῶν σιναϊτικῶν συμφερόντων. Παρὰ τὸ ὅτι τὸ Σινὰ βρισκόταν εἰς μουσουλμανικὴν περιοχὴν, ἐν τούτοις μεγάλη καὶ συχνὴ ἦταν ἡ ἐπικοινωνία καὶ ἡ σύνδεσίς του μὲ τὴν Κωνσταντινούπολιν. Ὁ Ἐμανουὴλ Κομνηνός, ὁ Μιχαὴλ Παλαιολόγος ἀλλὰ καὶ Πατριάρχας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου Κωνσταντινουπόλεως ἔδειξαν ἔμπρακτον ἐνδιαφέρον διὰ τὰ ζητήματα τοῦ μοναστηριοῦ. Ἄλλωστε ἡ συχνὴ ἐπικοινωνία Σινὰ καὶ αὐτοκρατορίας μέσῳ σπουδαίων προσωπικοτήτων ὅπως ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Ἀρσελᾶς, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναϊτης ὁ συγγραφέας τῆς Κλίμακος, ὁ Γρηγόριος ὁ Σιναϊτης φανερώνει τὴν πνευματικὴν γέφυραν ἡ ὁποία συνδέει τὰ δυὸ κέντρα τῆς Ὀρθοδοξίας. |
Τοῦρκοι Σουλτάνοι ὁ Σελὴμ ὁ α΄ καὶ ὁ Σουλεϊμάν ὁ Μεγαλοπρεπὴς ἐξέδωσαν προνόμοια τὰ ὁποῖα πολλὲς φορὲς βοήθησαν τὸ Σινὰ νὰ ἀποκτήσει μεγάλην οἰκονομικὴν δύναμιν καὶ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τελωνιακοὺς φόρους. Τὸ 1798 ὅταν ὁ Ναπολέων κατέλαβε τὴν Αἴγυπτον ὕστερα ἀπὸ παράκλησιν τῶν Σιναιτῶν ἔλαβε ὑπὸ τὴν προστασίαν του τὸ μοναστήρι καὶ τὴν γύρω περιοχήν. Μὲ τὸ «Ἀσφαλιστήριον Ἔγγραφον» του ἐνίσχυσε καὶ στερέωσε τὴν αὐτονομίαν τῆς Μονῆς τοῦ Σινᾶ καὶ τῆς περιοχῆς ἀναγνωρίζοντας παλαιοτέρας οἰκονομικάς παραχωρήσεις. Τὸ Σινὰ ἔγινε ἰδιαίτερα γνωστὸν εἰς τὴν Εὐρώπην μὲ τὴν διάδοσιν τῆς φήμης ἀλλὰ καὶ τῆς εὐλαβείας διὰ τὴν Ἁγίαν Αἰκατερίνην. |
Σημαντικὸν ρόλον διαδραμάτισε ὁ Συμεὼν ὁ Μεταφραστὴς ὁ ὁποῖος τὸν 10ον αἰῶνα γράφοντας διὰ τὸ μαρτύριον τῆς Ἁγίας καὶ Καλλινίκου Μεγαλομάρτυρος τοῦ Χριστοῦ Αἰκατερίνης συνέβαλε ἀποφασιστικά εἰς τὴν ἐξάπλωσιν τοῦ βίου τῆς Ἁγίας. Ἡ σοφὴ κόρη εἶχε σπουδάσει ὅλας τάς ἐπιστῆμας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης φιλοσοφίαν, ἰατρικήν, ρητορικήν, μαθηματικά, ἀστρονομίαν, μουσικήν καί φυσικήν. Ἡ ἀριστοκρατορικὴ της καταγωγή, τὸ κάλλος της, ἡ ἐκπληκτικὴ διὰ τὴν ἐποχὴν της μόρφωσις καί τὸ ἦθος της δὲν τὴν ἐμπόδισαν νὰ γνωρίσει «Τὸν Νυμφίον τῶν ψυχῶν» τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ νὰ βαπτιστεῖ χριστιανή. Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν διωγμῶν, τὴν περίοδον τοῦ Μαξιμιανοῦ ἀρχὲς 4ου αἰῶνα ἡ Ἁγία κατηγόρησε δημόσια τὸν αὐτοκράτορα γιὰ τάς θυσίας εἰς τὰ εἴδωλα ὁμολογώντας ἄφοβα τὴν πίστιν της. Ὁ αὐτοκράτωρ ἔδωσε ἐντολὴν εἰς πενήντα σοφοὺς νὰ συζητήσουν δημόσια, προκειμένου νὰ ἀνατρέψουν τὰ χριστιανικὰ της ἐπιχειρήματα. Ἡ προσπάθειά τους ναυάγησε καὶ πολλοὶ σοφοὶ ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὸ στενὸ περιβάλλον τοῦ αὐτοκράτορος, ἐπίστευσαν εἰς τὸν Χριστόν. Ὅταν ἡ πειθὼ ἀπέτυχε, ὁ Μαξιμιανὸς κατέφυγε εἰς τὸ μαρτύριον. Διέταξε νὰ κατασκευάσουν τροχοὺς καὶ νὰ τοποθετηθοῦν καρφιὰ καὶ μύτες μαχαιριῶν εἰς τὸ καθένα ἀπ αὐτούς. Ἀλλὰ κατὰ τὸ φρικαλέον μαρτύριον ἡ Ἁγία ἄντεξε, δὲν ὑπέκυψε καὶ δι’ αὐτὸ στρατιώτης τὴν ἀποκεφάλισε. |
Εἰς τὴν Δύσιν ἡ προσωπικοτητά της, τὸ μαρτύριον καὶ ἡ σχέσις τῆς Ἁγίας μὲ τὸ Σινᾶ ἄρχισε νὰ διαδίδεται ὅταν ὁ Συμεὼν ὁ πεντάγλωσσος μετέφερε τό λείψανόν της εἰς τὴν Rouen καὶ εἰς τὶς Treves τῆς Γαλλίας. Καμιὰ Ἁγία δὲν ἔγινε τόσο ἀγαπητὴ εἰς τὴν δύσιν ὅσο ἡ Ἁγία Αἰκατερίνη. Μεγάλοι ζωγράφοι ὅπως ὁ Fra Angeliko, o Corregio, o Rubens, o Murillo ἀπεθανάτισαν ἡρωϊκὲς ἢ τραγικὲς σκηνὲς ἀπὸ τοὺς ἀγῶνας ὑπὲρ τῆς πίστεως καὶ ἀπὸ τὸ μαρτύριον τῆς Ἁγίας. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ἀνατολὴν διεδόθη ἡ λατρεία καὶ ἡ εἰκονογραφία τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης. Εἰκονίζεται μὲ στέμμα καὶ βασιλικὴ στολή, περιστοιχιζόμενη ἀπὸ τὰ ἀντικείμενα τῆς μελέτης της ὅπως γραφίδα, σφαίρα, βιβλία καὶ ἀπὸ τὰ ὄργανα μαρτυρίου, τὸν τροχό. Οἱ Βυζαντινοὶ ἁγιογράφοι εἰς ὅλα αὐτὰ προσθέτουν τὰ ὄρη Σινά, Χωρῆβ καί Ἁγίας Αἰκατερίνης. |
Νωρὶς κατεσκευάσθη λάρναξ ἀπὸ μάρμαρον τὸ ἔτος 1231 ὅπου ἐναπέθεσαν τὸ λείψανό της. Τὸ ἔτος 1688 ἡ παλαιὰ μαρμάρινη λάρνακα ἀντικατεστάθη μὲ ἀργυρὴ, δῶρον τῶν τσάρων τῆς Ρωσίας, ἀλλὰ τὰ λείψανὰ της παρέμειναν εἰς τὴν παλαιὰν λειψανοθήκην. |
Βιβλιογραφία: Ἱερὰ Μονὴ Σινά,
ἔκδ Ἱερὰ Μονὴ Σινά, Ε.Τζαφέρη Α.Ε 1985
|
Τὰ Προσκυνητάρια τοῦ Σινᾶ ζώζονται εἰς δέκα χειρόγραφα τά ὁποῖα κατανέμονται εἰς ἕξι μονάς τοῦ Ἁγίου Ὅρους ὡς ἑξῆς: Τρία τῶν Ἰβήρων, ἀπὸ δυὸ εἰς τὴν Μεγίστην Λαύραν καὶ Κουτλουμουσίου καὶ ἀπὸ ἕνα εἰς τάς μονάς Διονυσίου, Ξηροποτάμου καὶ Δοχειαρίου. Τὰ χειρόγραφα εἶναι μικροῦ σχήματος καί χρονολογοῦνται εἰς τοὺς 16ον καί 17ον αἰῶνας καὶ χαρακτηρίζονται ὠς σύμμικτοι κώδικες μὲ ποικίλο περιεχόμενο. Εἰς τὴν πλεινότητά τους τὰ κείμενα τῶν ἐν λόγῳ Προσκυνηταρίων ξεκινοῦν τάς περιγραφάς τους μὲ τὸν γεωγραφικὸν προσδιορισμὸν τοῦ Ὂρους Σινᾶ καὶ τῆς ἀποστάσεως τους ἀπὸ τὴν πόλιν τῆς Ἱερουσαλήμ, καθὼς καὶ μὲ τὴν ἀναφορὰν ὅτι εἰς αὐτὸ εἶδε ὁ Μωυσῆς τὴν Ἁγίαν Βάτο μέσα εἰς τάς φλόγας χωρὶς ὅμως νὰ καίγεται. Εἰς τὴν συνέχειαν περιγράφουν μὲ ἀναλυτικὸν τρόπον τὴν Μονὴν τοῦ Σινᾶ, ἡ ὁποῖα ἔκτισε ὁ γνωστὸς αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου Ἰουστινιανὸς (527-565). Ἀρχίζουν μὲ τὸ μολυβοσκέπαστον καθολικόν της, τὸ ὁποῖον στηρίζεται εἰς δώδεκα κίονες καὶ εἰς τὸ Ἃγιον βῆμα τοῦ ὑπάρχει τὸ περίφημον ψηφιδωτόν τῆς Μεταμόρφωσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Κατόπιν περνοῦν εἰς τὸ τέμπλον ἢ εἰκονοστάσιον, εἰς τὸ ὁποῖον σώζονται οἱ ἑξῆς εἰκόνες: α)Τοῦ Χριστοῦ ὡς Μεγάλου Ἀρχιερέως, β) τῆς Παναγίας, γ) τοῦ Μωϋσῆ δ)τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης. Τὸ δεύτερο μέρος κλείνει μὲ τὴν μνείαν τῆς μαρμάρινης λάρνακας τοῦ λειψάνου τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης, εἰς τὸ δεξιὸν μέρος τοῦ ἱεροῦ βήματος, ἡ ὁποῖα ἀναδίδει ἅγιον μύρον καὶ εὐωδιάζει. |
Εἰς τὴν συνέχειαν γίνεται λόγος γιὰ τὰ τρία κανδήλια τῆς ἁγίας τραπέζης, τά ὁποία βρίσκονται εἰς τὴν θέσιν τῆς Ἁγίας Βάτου , διὰ τὴν θαυματουργικὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ἡ ὁποῖα μίλησε κάποτε εἰς ἕναν μοναχόν, διὰ τὸ ναὸν τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Πέρσου εἰς τὰ δεξιὰ ἢ εἰς τὰ ἀριστερά τῆς Ἁγίας Βάτου διὰ τὸ πηγάδι τοῦ προφήτου Μωϋσῆ τό ὁποῖον σώζεται ἔξω ἀπὸ τὸ καθολικόν. Μνημονεύονται ἐνσωματωμένα εἰς τὸ καθολικὸν καὶ τὰ ἕξι παρεκκλήσια. Ἀκολουθεῖ ἐπίσης ἡ περιγραφὴ τῆς Ἁγίας Κορυφῆς τοῦ Σινᾶ εἰς τὴν ὁποίαν ὁδηγοῦν πέτρινα σκαλοπάτια. Κατονομάζονται μὲ τὴν σειρὰν οἱ ναοὶ τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων καὶ τοῦ Δαβίδ, καθὼς καὶ ἡ πέτρα τοῦ Μωυσῆ καὶ τὸ σπήλαιον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος. |
Ἐπίσης περιγράφεται ἡ ἔρημoς τῆς Ραϊθοῦ, ἡ ὁποῖα βρίσκεται εἰς ἀπόστασιν «δυὸ ἡμερῶν διάστημα» ἀπὸ τὸ Σινά. Ἐκεῖ περιγράγονται τὰ ἁλμυρὰ Ὕδατα, οἱ δώδεκα πηγὲς τῶν Ὑδάτων, καὶ ἄλλα ἀξιοθέατα. Ἀκόμα ἀναφέρονται ἕνα μοναστήρι πάνω εἰς τό ὄρος καὶ τὸ σιναϊτικὸν μετόχι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τάς κυρίας ἀφηγήσεις, εἰς ὁρισμένα χειρόγραφα περιγράφονται κάποιαι περιοχαί, πόλεις καὶ κάστρα τῆς Αἰγύπτου.Εἰς ἄλλα ἐπίσης χειρόγραφα κατονομάζονται αἱ πόλεις τῆς Ἱερουσαλήμ, Γάζας, Λύδδας, καὶ Ἰόππης. Εἰς ἄλλα ἐπίσης καταγράφονται καὶ τὰ θαύματα τά ὁποία συνέβησαν εἰς τὸ Σινά. Εἰς τάς ἰδίους καθὼς καὶ εἰς ἄλλας βιβλιοθῆκας τοῦ Ἁγίου Ὂρους σώζεται ἀκόμη ἕνας ἀριθμὸς χειρογράφων, τά ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὸ Ὂρος Σινὰ χωρὶς ὅμως νὰ τὸ περιγράφουν. |
Β) Προσκυνητάρια τοῦ Ἁγίου κ. θεοβαδίστου Ὄρους Σινᾶ
Ἀπὸ δέκα ἑλληνικὰ χειρόγραφα 16ου—17ου αἰῶνος
Ὑπὸ Σωτηρίου Ν.Καδὰ ἔκδ. Ἰδρ. Ὄρους Σινᾶ Ἀθῆναι 2003
|
|
| Ιστοχώρος Ιεράς Μονής Θεοβαδίστου Όρους Σινά |
|
|
|