|
|
 |
|
Ἀνατολικά τῆς πόλεως τῆς Βηθλεὲμ εἶναι τὸ χωρίον τῶν ποιμένων, ἐκεῖ ὅπου οἱ ἄγγελοι ἀποκάλυψαν εἰς τοὺς βοσκοὺς τὴν γέννησιν τοῦ Χριστοῦ (Λουκ2,8). Ἀπὸ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες καθιερώθησαν ὡς χῶρος προσκυνηματικός. Τὸ πρῶτο αὐτὸ προσκύνημα τὸ ἀποτελοῦσε μεγάλη φυσικὴ σπηλιά, τὸ δάπεδον τῆς ὁποίας εἶχε στρωθεῖ μὲ μωσαϊκόν. Εἰς τὰ μέσα του 5ου αἰῶνα, ὁ ἐσωτερικὸς χῶρος τῆς σπηλιᾶς διευρύνθη σημαντικὰ καὶ εἰς τὸ ἐσωτερικό της ἐκτίσθη ἐκκλησία μὲ κεραμωτὴ σκεπή. Πάνω ἀπό τὴν σπηλιὰ οἰκοδομήθη ἕνα μικρὸ παρεκκλήσιον ἡ ὁποῖα ἔφερε ἑλληνικάς ἐπιγραφάς. Εἰς τάς ἀρχάς τοῦ 6ου αἰῶνα τὸ μικρὸν αὐτὸ παρεκκλήσιον κατεδαφίσθη καὶ εἰς τὴν θέσιν του ἐκτίσθη μεγαλοπρεπὴς Βασιλική. Ἡ διαμόρφωσις τοῦ ὅλου χώρου μὲ τὴν ἵδρυσιν τῆς Βασιλικῆς ἄλλαξαν ὄχι μόνο τὴν ἐξωτερικὴν ἐμφάνισιν τοῦ προσκυνήματος ἀλλὰ καὶ τὴν λατρευτικήν του κατάστασιν. |
Ἀπὸ τάς ἐκκλησιαστικάς πηγάς μαθαίνουμε ὅτι ἡ τελετὴ τῶν Χριστουγέννων ἢρχιζε ἀπὸ τὴν παραμονὴν εἰς τὸ «Ποιμενεῖον»,χωριὸ τῶν ποιμένων, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ κλῆρος λαὸς καὶ μοναχοί, εἰς ἐπιβλητικὴν πομπήν, μετέβαιναν εἰς τὴν βασιλικήν τῆς Γέννήσεως εἰς τὴν Βηθλεὲμ διὰ νὰ συνεχίσουν τὴν ἐορτήν. Οἱ Πέρσες τὸ 614 κατέστρεψαν τὸ ἱερὸν αὐτὸ προσκύνημα ὅμως ἐξανακτίσθη ἀπὸ τὸν Πατριάρχην Μόδεστον. Ὁ χῶρος γύρω ἀπὸ τὴν νέαν βασιλικὴν μετετράπη εἰς μοναστήρι, ἴσως διὰ νὰ δώσει ἄσυλον εἰς τοὺς πολλοὺς ἀσκητάς τῆς πλησιεστέρας ἐρήμου. Τὸ προσκύνημα καὶ τὸ μοναστήριον ἐγκατελείφθη ὁριστικὰ τὸν 10ον αἰῶνα. Τὸ 1972 τὸ Πατριαρχεῖον διενήργησε μὲ ἔξοδά του ἀρχαιολογικὲς ἀνασκαφὲς καὶ ἔφερε εἰς τὸ φῶς τὰ ἀρχαία ἐρείπια τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ Προσκυνήματος. Ἡ σημερινὴ μεγάλη Ἐκκλησία τοῦ Προσκυνήματος στέκεται εἰς μικρὴν μόνον ἀπόστασιν ἀπὸ τὴν πρώτην «Σπηλιὰ τῶν Ποιμένων». |
|
|
| |
|
|